ποίημα για σένα
Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013
223 ~ o Νίκος Παππάς στον Άγγελο Σικελιανό
*** 
Άγγελος Σικελιανός
Αδερφέ μου Γιάννη Κήτς
οι Αχαιοί λησμόνησαν
την πανοπλία τους μες στα τραγούδια σου.
Και μόνο οι Αχαιοί;
Οι άνθρωποι, το αίμα τους και τα παιδιά τους•
κι οι μελλοθάνατοι μια κόκκινη κορδέλα
από τη δόξα τους!
Άρχοντας της μούσας, πλουσιοπάροχε έφηβε,
εκατό χρόνια ζύγιζε η κάθε σου στιγμή
όταν τίναζες σαν βασιλικό δέντρο τα φυλλώματα
που χόρταιναν με ουρανό τη δίψα τους
καθώς τα πότιζες
με την ψυχή στις ρίζες απλωμένη,
ξανθό αγριοπαίδι, αλαφροΐσκιωτε...
Και μόνο αγόρι; Και μόνο άλαφροΐσκιωτος;
Ο Διγενής, ο Ασκληπιός κι ο γιος τού Θεού στη Ρώμη
κουβέντιασαν μαζί σου ίσοι κι όμοιοι
σαν σημερινοί που πορευτήκατε μαζί
μιλώντας για τον άνθρωπο που όλοι τον τυραννούνε.
Δεν πρόλαβα στο δρόμο του το Θάνατο
δεν πρόλαβα το μαύρο του φαρί όταν ερχόταν
στην «Παμμακάριστο» ντυμένος Ιερέας,
μας έδειξε το γέλιο του και μας ξεγέλασε
μας έδειξε το στίχο σου και μπήκε...
Πόσο μικροί γινήκαμε σαν ξάπλωσες στο φέρετρο!
Σήκω να δεις, ήρθαν οι επίσημοι, Άγγελε,
ήρθαν οι διανοούμενοι φτασμένοι
υπόσταση να πάρουνε από το θάνατό σου,
χτες αρνήθηκαν να σε δεχτούν σε δύο νοσοκομεία
σήμερα σε κηδεύουν «δημοσία δαπάνη»...
Ό βρυχηθμός σου θα σκότωνε την ομήγυρη
μα δε φοβούνται πια να τον ακούσουν
γι' αυτό και ήρθαν
αλαφροΐσκιωτε, λιοντάρι, άρχοντα και φτωχέ,
νερομάνα από ρουμελιώτικο κεφαλάρι
που χούγιαζες σαν κλέφτης του '21
και στεκόσουν σαν τα ψηλά βουνά της Κατοχής.
Μα τον τάφο σου, Άγγελε, τ' ορκίζομαι
θ' αντισταθούμε για την Ποίηση μέχρι θανάτου
θ' αντισταθούμε μέχρι αυγής
για το σκοτάδι που μας περικυκλώνει
θ' αντισταθούμε με το στίχο μας ξιφολόγχη!
Δέξου τις καρδιές που σου 'φεραν οι νέοι ποιητές
μες στα βιβλία τους διπλωμένες,
καθώς τα τριαντάφυλλα που κουβαλούσες έφιππος
στα σαστισμένα πρωινά της Ρώμης
στον τάφο του Κητς, στον τάφο του Σέλλεϋ
γιατί τραγουδούσαν τον άνεμο και την ελευθερία!
Δέξου και τη φωνή μου παρμένη απ' το βόγκο των λαών
την έφερε ο Όμηρος, την έφερε ο Ουίτμαν,
την έφερες κι εσύ μελτέμι μας χιλιόχρονο
σαν χούγιαζες σαν κλέφτης και σφύραες σα βοσκός
πάνω από μια φυλή που αυτιάζεται και μεγαλώνει
από φιλότιμο κι από περήφανο θυμό,
ελάτι διακοσάχρονο στην πόρτα της Πατρίδας...
από το βιβλίο Νίκος Παππάς - Μια παρουσίαση από τον Ηλία Κεφάλα
εκδόσεις: Γαβριηλίδης - "εκ νέου", 2002
.
Ετικέτες ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Ποιήματα για τον Άγγελο Σικελιανό
Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013
222 ~ ο Κ. Βινέλης για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
Ο "περίπατος" του Λόρκα
Δολοφονημένος απ' τον ουρανό
Ανάμεσα στα σχήματα που μοιάζουν με φίδια
και τα σχήματα π' αναζητούν το κρύσταλλο
θ' αφήσω να μεγαλώσουν τα μαλλιά μου
Με το δέντρο με τα κούτσουρα που δεν τραγουδεί ποτέ
και το μικρό παιδί με τ' άσπρο πρόσωπο αβγού
και τα ζώα με τα τσακισμένα κεφάλια
και το νερό κουρελιασμένο απ' τα στεγνά πόδια
Μ' όλα αυτά που κατοικεί η κουφάλαλη κούραση
και την πνιγμένη πεταλούδα μες στο μελανοδοχείο
σκοντάφτοντας με το ευδιάκριτο πρόσωπό μου κάθε μέρα,
δολοφονημένος απ' τον ουρανό!
από την Ανθολογία Νεοελλήνων Αιγυπτιωτών Ποιητών (*)
επιμέλειας Ι.Μ. Χατζηφώτη
Έκδοση του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων - 1999
Ετικέτες Ποιήματα για τον Λόρκα, ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013
221 ~ ο Γεώργιος Ζαλοκώστας για τον Ρήγα Φερραίο
*** 
Εορτήν των Χριστουγέννων
Θεσσαλοί ελειτουργούντο
εις χωρίον μονωμένον,
εις απόκεντρον ναόν,
προσκυνούντες ένα, μόνον,
τρισυπόστατον Θεόν.
Τελειών' η λειτουργία,
και χαρμόσυνοι εξήλθον
χωρικοί, πλην αγγαρεία
τους προσμένει ποταπή·
τον ναόν είχαν ζωσμένον
οπλοφόροι σκυθρωποί.
Εποχή πικράς δουλείας!
Ευπρεπώς ενδεδυμένος
ήλθε τότε νεανίας
να ιδή τους συγγενείς του.
Δεν τον είπον, καλώς ήλθες,
δεν τον 'φίλησε κανείς.
Με την μάστιγα δαρμένοι,
εις εν ρεύμα βορβορώδες
επερνούσαν φορτωμένοι,
ωσάν κτήνη οι χωρικοί.
Και ο νέος λυπημένος
τους εκύτταζεν εκεί.
Και ιδού, τον πλησιάζει
βάρβαρος μαστιγορφόρος,
και λοξά-λοξά κυττάζει,
και του λέγει με οργήν·
σκύψε, κάτω και φορτώσου,
σκύψε, κτήνος, εις την γην.
Ρίπτει πλήρες νομισμάτων
ρν βαλάντιον ο νέος,
αλλ' ο βάρβαρος φρυάττων
τον ωθεί αγριωπά,
και τον δειχνει το φορτίον,
και την μάστιγα κτυπά.
Φορτωμένος σάκκον σίτου,
κολλημένος εις την λάσπην,
εσταμάτα, κ' η ψηχή του,
πνιγμένη εις τον θυμόν,
ένα έχυσε, σπαράκτην
της καρδίας, στεναγμόν.
- Όσ' οι κόκκοι του φορτίου,
τόσους όφεις θα σκορπίσω
εις τα σπλάχνα του θηρίου,
που με νύχια σκληρά
προ τριών μακρών αιώνων
μας σπαράττει τα πλευρά. -
Και την αύριον με πήραν
και με ράσσον καλογήρου
επλανάτο κρούων λύραν
με χορδάς μεγάλας τρεις·
και χορδαί της λύρας ήσαν
Δόξα, Πίστις και Πατρίς!...
Ούτως ήρχισε να ψάλλη,
Κ' εδυνάμωνε τον ψάλτην
ο θυμός, δι' ού προσβάλλει
ο μικρός τους δυνατούς·
ο θυμός, που μεγαλύνει
του Θεού τους εκλεκτούς.
Αυτός έρριψε τους σπόρους
όπου σήμερον ανθίζουν,
αλλ' απ' άνδρας αιμοβόρους
εύρε βάσανα σκληρά,
κ' εκυλίσθη αιματωμένος
εις του Ίστρου τα νερά.
Διαβάται τώρ' ακόμα,
ασκεπείς στο Βελιγράδι,
σκύπτουν και φιλούν το χώμα
και την άμμον της ακτής,
όπου έπεσεν ο Ρήγας,
ο Τυρταίος ποιητής.
από την ανθολογία νεοελληνικής ποιήσεως (*)
επιμέλειας Απ. Αποστολίδη
εκδόσεις Παρθενών, 1968
Σάββατο, 6 Απριλίου 2013
220 ~ ο Άγγελος Σικελιανός για τον Λορέντζο Μαβίλη (β)
*** 
Μαβίλης
Εν δε φάει και όλεσσον
ΟΜΗΡΟΣ
«Στο φως θανάτωσέ με!» Όμοιος ο Αίαντας,
μορφή του Ολύμπου, αντίκρισε τη Μοίρα...
Τα ογρά γλαυκά του μάτια τον αγνάντεψαν
το Θάνατο να του φωτάει τη Λύρα,
στου Γαριβάλδη το άλικο το φόρεμα
σα γύρεψε την ηρωική πορφύρα!
Αγαλματένια η Ηθική• και πύργωνε
το λόγο του μεστή από Νου η Πατρίδα.
Ύστερη λάμψη στα μεγάλα μάτια του,
τα κουρασμένα, η εχθρική λεπίδα...
Μα ήταν ογρά, όπως όλοι τον γνωρίσαμε,
σα ν' αναβράαν μιαν άσωτην ελπίδα!
Στην πλάνη ομπρός γυμνός εστάθη αντίμαχος,
νους και κορμί, και μιαν ολύμπια χάρη,
σα νέφι θείο, τη δύναμή του σκέπαζε,
μαζί Σοφό, Ποιητή και Παλικάρι!
Σε μέταλλο σκληρό μα απαλοφάνταστο
ξανάχυσεν ατσάλι και λογάρι!
Το μεγάλο κορμί Σου, ομπρός στα Γιάννενα,
κι ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων,
ας είναι αρχή ν' ανοίξει η Πύλη διάπλατα
του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων!
Κι ας Σου κάμουν οι νιοι το νεκροκρέβατο
με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων,
να σε φέρουν, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα,
σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη.
Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε
να Σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη...
Απλός στρατιώτης κ' εγώ, σκύβω δίνοντας
τον ύστερο ασπασμό σ' Έσέ, Μαβίλη!
Άγγελου Σικελιανού, Λυρικός Βίος τόμος Β'
εκδόσεις Ίκαρος, 1981
.
Ετικέτες ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ, Ποιήματα για τον Λορέντζο Μαβίλη, Ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού
Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013
219 ~ ο Άγγελος Σικελιανός στον Λορέντζο Μαβίλη (α)
***
Πορτραίτο του Μαβίλη
Να κατεβείς λαγκάδια, να περάσεις
νερά τρεχάμενα, πλατάνια, πεύκα, να 'ναι
χάρισμα η ζωή απ' αθάνατα στοιχεία'
με το χέρι κάθε καρπό να φτάσεις,
κερασιές, μυγδαλιές, όσα περνάνε
σε μια βουνίσια απάρθενη ησυχία,
κι από 'να ξάγναντο γλυκό ανηφόρι
της θάλασσας να ιδείς την ευτυχία!...
Και να 'σαι 'κειος που τόσον έχει ζήσει
που το μέλι το γεύεται απ' το βάτο,
θύμο, βάρσαμο, αφάνα, ως το μελίσσι...
Και, μες οτο μεσημέρι το φλογάτο,
να 'σαι σαν ο ήλιος να 'χει πάει να δύσει
- να 'ν' ο μισός στο πέλαγο αποκάτω...
Άγγελου Σικελιανού, Λυρικός Βίος τόμος Β'
εκδόσεις Ίκαρος, 1981
.
Ετικέτες ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ, Ποιήματα για τον Λορέντζο Μαβίλη, Ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού
Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013
218 ~ η Αγγελική Σιδηρά για την Νανά Ησαΐα

Όταν παύουν να σ' αγαπούν, γίνεσαι αόρατος
Μνήμη Νανάς Ησαΐα
Καθότανε πάντα παράμερα.
Έβηχε, κάπνιζε
κι έστρωνε τα λιγοστά μαλλιά της.
Εκείνη η γυναίκα
που αγαπήθηκε παράφορα.
Όλοι την αποφεύγανε.
Είχε πεθάνει από καιρό
μα δεν το ήξερε.
Οι αγκαλιές τους πνίξαν
το υπέροχο κορμί της
γίνανε τα φιλιά τους μαύρα στίγματα
τα χάδια τους άγριες χαρακιές
στο πρόσωπό της.
Εκείνη η γυναίκα
που αγαπήθηκε παράφορα.
Μην την κοιτάζετε καλύτερα.
Καλύτερα
αφού δεν μπορεί διόλου να μην την δείτε.
Έχει πεθάνει.
Κατά λάθος και σπανίως εμφανίζεται.
Αυτό που βλέπετε
αν κάτι ακόμα βλέπετε
είναι μόνο τ' αόρατα μέρη του εαυτού της:
η σιωπή, η μοναξιά, η λύπη.
από το βιβλίο της Αγγελικής Σιδηρά Αμείλικτα γαλάζιο
εκδόσεις Καστανιώτη, 2007
ακόμα:
Η Νανά Ησαΐα στα Αυτοβιογραφικά
link:
Αγγελική Σιδηρά: Αμείλικτα γαλάζιο
.
Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013
217 ~ ο Εμίλ Βεράρεν για τον Μιχαήλ Άγγελο
Μιχαήλ Άγγελος
Όταν ο Μπουοναρόττι μπήκε στην Σιξτίνα,
στάθηκε λίγο ως
να κρυφάκουε,
το μάτι του μέτρησεν ύστερα το ύψος του θόλου
και το βήμα του τον δρόμο απ' τον βωμόν ως τον πυλώνα.
Τη μέρα παρατήρησε πού απ' τα παράθυρα χυνόταν
και πώς θα 'πρεπε να δαμάση, να υποτάξη,
τα φωτεινά, αχαλίνωτα άτια της δουλειάς του.
Ύστερα πια έφυγε, ως το βράδι, στα χωράφια.
Οι γραμμές των κοιλάδων, των βουνών οι όγκοι,
με τα. έντονα περιγράμματά τους το μυαλό του οικήσαν.
Απ' τα βαριά εδιδάχθη ροζιασμένα δέντρα
πού τυραννούσεν ο άνεμος, πώς να λυγίζη
με δύναμη τους τένοντες μιας ράχης, ή τις περιμέτρους
ενός κορμού, η την ορμή, κατά τον ουρανό, μεγάλων
εξηρμένων βραχιόνων, τόσο πού, εκείνες τις στιγμές,
ολόκληρη η ανθρωπότητα — κίνηση, ανάπαυση, στάση και πόζα
και βάδισμα — έπαιρνε γι' αυτόν την απλοποιημένη
θέα των πραγμάτων. Με τη νύχτα,
στην πολιτείαν επέστρεψε, γιατί κανένα
από τα οράματα του, τα μεγαλειώδη,
δεν είχε, μπρος στα μάτια του ηρεμώντας, πάρει,
και τα 'βαλε με τον εαυτό του,
την ηρεμίαν αγάλματος.
Ο ύπνος του μεταβλήθηκε στο εξής σε μια γιγάντιαν
ώθηση θυελλωδών χειρονομιών μέσα απ' τη σκέψη
του. Όταν ξάπλωνε ανάσκελα το βράδι,
τα νεύρα του φλογίζονταν ως μέσα στην ανάπαυση του'
ριγούσε πάντα, σαν τη σαΐτα που τρυπά ένα τείχος
και στην ρωγμή δονείται' κι ακόμη για να μεγαλώση
τους καθημερινούς του πόνους, αγωνιούσε
για των δικών του τα παράπονα και. τις δυστυχίες'
το τρομερό μυαλό του ήταν σαν πυρκαγιά
γεμάτη καταστροφικές φωτιές και φλόγες
κραδαινόμενες. Αλλ' όσο πιο πολύ πονούσε,
τόσο έμπαινε η μνησικακία ή η πίκρα μέσα στην καρδιά του,
όσο περισσότερο ώρθωνε μέσα του εμπόδια
τη στιγμή του κεραυνού και του θαύματος για ν' ζπομακρύνη,
που απότομα θα φώτιζε τον μόχθο του όλο,
τόσο καλύτερα αργαζότανε μες στην πιστεύουσα καρδιά του
το σκοτεινό και πυριφλεγές έργο
που μέσα του έφερνε τον θρίαμβο και τον φόβο.
Ήτανε Μάης, ώρα που εσήμαινε ο όρθρος, όταν, επιτέλους,
επέστρεψε μες στην Σιξτίνα. Έχοντας όλη
τη δύναμη μες στο μυαλό του. Σε δέσμες
είχε μαζέψει την ιδέα του: σαφείς και βέβαιες ομάδες,
μ' ευρύστερνη και πέρφανη γραμμή, κινούνταν
μπροστά του σ' αναλλοίωτο φως'
η σκαλωσιά ήταν τόσο στέρεα στημένη
που θα μπορούσε κι ως το στερέωμα να φτάση.
Μεγάλη μέρα φωτεινή γλιστρούσε κάτω από τον θόλο,
παντρευόταν με την καμπύλη και την άνθιζε όλη.
Ο Μιχαηλάγγελος ανέβαινε τα σκαλοπάτια
τα ξύλινα, ευκίνητος, δρασκελίζοντάς τα
τρία - τρία μαζί. Καινούργια φλόγα
έκαιε κάτω απ' τα βλέφαρά του. Ψηλά,
τα δάχτυλά του ψηλαφούσαν και χάιδευαν τις πέτρες
που θα έντυνε με δόξα κι ομορφιά.
Ξανακατέβηκε ύστερα με βιαστικό βήμα
και μαντάλωσε, με δυνατό χέρι,
την πόρτα.
Κιόλας
σε δώδεκα υποθολώματα, που τα μοίρασε όλα
σε πέντε σίβυλλες και σ' εφτά προφήτες
που γύρευαν να διεισδύσουνε στα παλιά βιβλία
τα σκοτεινά, που το ακίνητο κείμενό τους
σταματούσε, μπροστά τους, το κινούμενο μέλλον.
Στο μάκρος μιας στεφάνης με τετράγωνες άκανθες, κινούνταν
με τόλμη ωραία κορμιά όλο φέγγος, κι ο κορμός τους
ή η ράχη τους οικούσε το επιστύλιο με την ανθισμένη
ρώμη τους και την χρυσή τους σάρκα.
Ζεύγη γυμνών παιδιών υποβαστούσαν
αετώματα. Γιρλάντες
εδώ κ' εκεί πετούσαν τ' ανθοπλεγματά τους.
ΤΓο μακρύ φίδι, τ' ορειχάλκινο έβγαινε από τη σπηλιά του.
Η Ιουδήθ καμάρωνε μες στο αίμα του Ολοφέρνη.
Ο Γολιάθ σωριαζότανε καθώς μνημείο'
και, προς τους ουρανούς, ανέβαινε του Αμάν
το μαρτύριο. Δίχως λάθη
και δίχως διαγραφές, μέρα τη μέρα,
χωρίς ανάπαυλα, το έργο παγιωνόταν
στην πλήρη του συναρμογή' σε λίγο
η Γένεση βασίλευε στου θόλου το κέντρο: εκεί μπορούσες
να δης τον Θεό μαχόμενο, σαν έναν
αγωνιστή, με το σκοτεινό χάος, τη γη καί τα νερά' η σελήνη
κι ο ήλιος με διπλή σφραγίδα
σημάδευαν τη θέση τους μέσα στην φλογερή έκταση, τη νέα.
Μέσα στο διάστημα πηδούσε και πετούσεν
ο Ιεχωβά, λουσμένος απ' το φως ή σηκωμένος
από τον άνεμο' ουρανός, θάλασσα και όρη
όλα έμοιαζαν, από μια δύναμη άπλετη κι αργή, διευθετημένη
δεόντως, να ζούν' μπροστά στον δημιουργό της
η όμορφη Εύα, έκπληκτη, τα τρυφερά της
χέρια ύψωνε και το γόνατο λυγούσε,
ενώ ο Αδάμ το δάχτυλο του ζηλωτή Θεού αισθανόταν
ν' αγγίζη τα δικά του και να τον προσκαλή σε μεγάλα έργα'
κι ο Κάιν κι ο Άβελ ετοίμαζαν τις προσφορές τους'
κι ο δαίμονας, που έγινε γυναίκα
και πειρασμός, κοσμούσε με τα βαριά στήθη του το δέντρο
πού εδέσποζε' και, κάτω απ' του αμπελιού του
τα χρυσά κλήματα, προσάραζεν η μέθη
του Νώε στην γή' κι ο σκοτεινός κατακλυσμός, σαν ένα
φτερούγισμα, άπλωνε τις φαρδιές νερένιες του φτερούγες
στα δέντρα και στα εδάφη.
Σε τούτο το γιγάντιον έργο, που μονάχος
ετέλειωσεν, ο Μιχαηλάγγελος καιγόταν
απ' τη φωτιά του Ιεχωβα' υπερυψωμένη
ανάβρυσεν η τέχνη απ' το μυαλό του' το ταβάνι
οικήθηκε από νέα φυλή μεγαλειωδών πλασμάτων,
βίαιων, στοχαστικών. Σπασμωδικό, αυστηρό, καθώς του Ντάντε
ή του Σαβοναρόλα, είχε το πνεύμα του ξεσπάσει.
Τα στόματα, αυτά που άνοιγε, άλλα λόγια έλεγαν,
τα μάτια, που αυτός φώτισεν, έβλεπαν άλλα πεπρωμένα.
Στα υψηλά μέτωπα, στ' αγέρωχα στήθη, βροντούσε
κ' επαλλεν η βαθιά ψυχή του' δημιουργούσε, πάλι,
τον κόσμο και τον άνθρωπο, κατά την καρδιά του,
τόσο μοναδικά, που, σήμερα, για όλους εκείνους
που επισκέπτονται τα μεγαλεία και τις δόξες
τις λατινικές, εκάρφωσε, πάνω στον θόλο της Σιξτίνας,
την παντοδύναμη χειρονομία του μέσα στου Θεού τη χειρονομία.
μετάφραση: Άρης Δικταίος
από την Ανθολογία Βέλγων Ποιητών
εκδόσεις Γ.Φέξη, 1969
.
Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013
216 ~ ο Νίκος Εγγονόπουλος για τον Αλέξανδρο Κάλφογλου και τον Αντώνιο Κυριαζή
Στην ιερή μνήμη των μεγάλων ποιητών
Αλεξάνδρου Κάλφογλου
Αντωνίου Κυριαζή (*)
(*) Ρήγα Φεραίου Βελεστινλή
(**) απ' τα τούρκικα, καπνοδοχοκαθαριστής. Σ.Ε.
- από τη συλλογή "Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939)
Νίκου Εγγονόπουλου: Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν *
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής
εκδ. Ίκαρος, 1966
.
Ετικέτες ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου
Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013
215 ~ ο Κωστής Παλαμάς στον Κώστα Καρθαίο
*** 
Στον ποιητή Κ. Καρθαίο
Το να γινώσκης είναι ο σκοπός.
Το να ενεργής είναι το μέσο.
(Λόγια του μεγάλου μαθηματικού
και φιλοσόφου Henri Poincaré).
Τα χρόνια μου, αγγιγμένα από το κρύο
μιας χειμωνιάς, και η σκεπτική σου η νιότη,
πρωί κάπου απαντηθήκαμε και οι δύο'
ο δουλευτής μ' εσένα το στρατιώτη.
Και μιλήσαμε. Λόγια σαν του ανθρώπου
τα βήματα την ώρα που ο σεισμός
πέρα ως πέρα ξεσκίζοντας του τόπου
του τα σπλάχνα, μουγγρίζει, χαλασμός.
Στον αττικό ουρανό πώς λάμπει η μέρα,
πώς έρχεται και πάει το χελιδόνι!
Μα πώς μαυρολογούν εκείθε πέρα
για ιδές! οι ανθρώποι, σκιάχτρα, οχιές, δαιμόνοι!
Πώς σκούζει ένας χορός! Πολλή μαυρίλα
πλάκωσε, μαύρη σαν την καλιακούδα!
Τρυπάει μαχαίρι της καρδιάς τα φύλλα
το τραγούδι ο χορός που το τραγούδα.
Η πατρίδα; Κομματιασμένη. Ο θρόνος;
Μ' όλες τις δάφνες του κατρακυλά.
Ποιος είναι ο λυτρωτής; Ο μητροχτόνος
ποιος είναι; Οϊμέ! Προβλήματα θολά!
Δυο θελήματα. Ανάμεσα σ' εκείνα
κουβαριασμένη, σπαρασμένη, ω φρίκη!
Μητέρα, Εσύ! Κι ως ψες χλωρά τα κρίνα
στρωτά, για να πατάς, από τη Νίκη!
Άγρια δυο χέρια. Ανάμεσα σ' εκείνα
ποια αμάχη, κρίση ποια, ποια καταδίκη!
Ατσάλι βάλε στην καρδιά σου, Αθήνα,
σηκώσου εκδικητής, Θεσσαλονίκη!
Στό φοβερό συρτό πώς τ' αναδεύουν
τα κορμιά, των ανθρώπων οι χοροί!
Με τα βούκινα πώς τους συνοδεύουν
πράματα θάματα, οι ώρες, οι καιροί!
Όλα ρεύουν ανήμπορα ή θεριεύουν.
Α! Ποιος να μείνη ατάραχος μπορεί
στους χορούς φρενιασμένους που χορεύουν
πράματα θάματα, οι ώρες, οι καιροί;
— Σε μοίρας ανελεήμονης τα πόδια,
ή στου Θεού μας το έλεος γυρτοί;
Των εθνικών απριλομάηδων ξόδια
μας δίεχνουν για ποιας λύτρωσης γιορτή;
Μέσ' στο παλιόσπιτό σου ταμπουρώσου,
ζήσε όπως όπως' ο παθός μαθός.
Κάλλιο γλίστρα στο δρόμο το δικό σου
παρά στο δρόμο του άλλου να είσαι ορθός.
Του ξένου τ' άγγισμα, όποιο, δεν αφήνει
τα σημάδια του σκλάβου στο κορμί;
Δεν είναι δανεικιά η μεγαλωσύνη,
λευτεριάς ψεύτρας ψεύτρα και η τιμή.
Με τ' αρμυρά μου δάκρυα σ' ανταμώνω,
εσύ της πείνας μου είσαι πλερωμή,
ντόπιο μαύρο κριθάρι που ζυμώνω,
όχι του ξένου το άσπρο το ψωμί.
...Μα σα να μας τραβούσε ανοιχτομάτης
λογισμός την τρεμάμενη καρδιά.
(Του φωτός ο θεός πάντα παραστάτης
στου ψαλμού του απολλώνιου τα παιδιά!)
Κ' έλεγες πως και πάντα, η θέαινα Σκέψη
το νου στα χρυσά δίχτυα της που κλιεί
το χορό δεν αφήνει να χορέψη
που χορεύουν τριγύρω μας οι απλοί,
γιατί υποταχτικούς της κι αν κρατάει
τους αντρειωμένους Πράξη και Βουλή,
με το πάθος της Καλυψώς ζητάει
των Οδυσσέων, η Σκέψη, το φιλί.
Γιατί και ο νους ο στοχαστής και δίχως
την απόφαση αλύγιστη, γοργή,
σκάφτει, ενεργεί' πατέρας είναι ο Στίχος,
ο Λόγος, έργο' ένα βιβλίο, πηγή.
Και το σύγνεφο ο άνεμος που σέρνει,
ψυχή του ονείρου στ' άδεια τα γλαυκά,
την ευεργέτρα τη βροχή μάς φέρνει,
βγαλμένη απ' του πελάου τα σωθικά.
Αρχοντιές είναι και θυσίες και χρέη,
αλήθειες, λεβεντιές, αναπαμοί,
που τα χαίρονται μόνο κάποιοι ωραίοι
αταίριαστοι ερημίτες λογισμοί.
Κ' έλεγα:
—Αισθάνομαι, είμαι σαν το πλάσμα
που χάνει το κλαδί, το ακούμπισμά του,
γύρω του ο κόσμος χάλασμα και χάσμα,
και το δέντρο, πελεκημένο, κάτου.
Κ' έλεγα:
—Αισθάνομαι, είμαι σαν το πλάσμα
που, ξαφνιασμένο, ανάερα σπαρταρά
απάνου από το χάλασμα, απ' το χάσμα'
δεν έχει ακουμπιστήρι' έχει φτερά.
Έχει φτερά. Κρατιέται. Τι άλλο μένει;
Ένα στόμα. Πουλιά, κ' εσύ κ' εγώ
ή για κάποια λαλιά ξεψυχισμένη
ή για κάποιο κελάιδισμα ενεργό
που ξεπερνώντας τη στραβή φατρία,
την πεζή γη, την άλαλη τρομάρα,
ή θα κηρύξη μια ιερή λατρεία
ή θα τινάξη μια σκληρή κατάρα
ή το λόγο θα βρή μέσ' στο σκοτάδι,
το Λόγο που αν δεν είναι ο λυτρωτής,
λάμπει σαν τ' ακριβώτατο πετράδι,
φωτίζει σαν πυρσός οδηγητής.
4 του Θεριστή 1917.
Κωστή Παλαμά Άπαντα, τόμος 7ος.
εκδ. Μπίρη, 1972 (με την επιμέλεια του "Ιδρύματος Κωστή Παλαμά")
ακόμα:
Ο Κωστής Παλαμάς
- στα Αυτοβιογραφικά,
- στo γράμμα σε χαρτί, και
- στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο
.
Ετικέτες ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Ποιήματα του Κωστή Παλαμά
Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013
214 ~ η Άνα Ροσέτι για τον Τόμας Τσάτερτον
*** 
Η σοφίτα του Τόμας
Στον Τόμας Τσάτερτον
(1752-1770)
Πήρε να ξημερώνει,
κι όλο πιο έντονα τα κόκκινα μαλλιά του
πέφτουν σαν χείμαρρος στο πρόσωπο.
(Υπέροχο το άνοιγμα
που προβάλλει από το μισάνοιχτο πουκάμισο.)
Το λευκό, ζαρωμένο και φαρδύ πουκάμισο
φανερώνει το μπράτσο που κρέμεται μέχρι το δάπεδο
εκεί που κείτονται χλωμά
σκισμένα όλα τα ποιήματα.
(Λείο το ύφασμα, σαν τον ώμο που αποκαλύπτεται,
γλιστρά ελαφρά.)
Μ' εξαίρεση τα σκόρπια χαρτιά πάνω στο πάτωμα
το δωμάτιο είναι σχολαστικά τακτοποιημένο'
πλάγιασε στο κρεβάτι δίχως καν να το ξεστρώσει.
(Μοιάζει κατάκοπος, γιατί με τόση προσοχή,
με τόση επιμονή και κόπο πολύ
απέσπασε κάθε αράδα της γραφής του...)
Τώρα πια απ' τον φεγγίτη κατεβαίνει το ήλεκτρο.
Διαγράφονται τα περιγράμματα, συμπληρώνονται
και παίρνουν το σωστό χρώμα.
Τελικά ξέρουμε πως, εκτός από το στόμα
που 'ναι τρομακτικά σφιγμένο,
και το ελάχιστο γαλάζιο πάνω στα λεπτά ζυγωματικά,
το αγόρι είναι πανέμορφο.
(Δεν θα γιορτάσει άλλα γενέθλια από δω και εμπρός.)
Άνα Μπουένο ντε λα Πένια
μετάφραση: Νίνα Αγγελίδου
από το βιβλίο Δέκα Σύγχρονοι Ισπανοί Ποιητές
εκδ. Λαγουδέρα, 2010
.

Henry Wallis: Ο θάνατος του Τσάτερτον
Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013
Ο Πολιτισμός στα χρόνια της Τρικομματικής των Μνημονίων και της Ανέχειας:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού
11/1/2013
Ο Αναπληρωτής Υπουργός Πολιτισμού αρμόδιος για θέματα Πολιτισμού κ. Κώστας Τζαβάρας αποφάσισε να δρομολογήσει τις απαραίτητες διαδικασίες για την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ).
Ο Αναπληρωτής Υπουργός στάθμισε όλα τα δεδομένα της λειτουργίας του ΕΚΕΒΙ και αποφάσισε ότι στο εξής η κρατική πολιτική για το βιβλίο θα ασκείται από τη σχετική διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού του ΥΠΑΙΘΠΑ.
Αναφορικά με το θέμα των εργαζομένων θα κατατεθεί σχετική νομοθετική ρύθμιση που θα λαμβάνει υπόψιν την προστασία τους, ενώ για το πρόγραμμα «Φιλαναγνωσία», έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα για την απρόσκοπτη συνέχιση του.
Μόνον για το πρόγραμμα "Φιλαναγνωσία";!;!;
Και τι θα γίνει με τα υπόλοιπα προγράμματα, την Βιβλιονέτ, τα αρχεία, και τις βάσεις δεδομέων του ΕΚΕΒΙ, κύριε Υπουργέ του Πολιτισμού;
Eίστε αποφασισμένος να καταστρέψετε όλη αυτή τη σημαντική δουλειά, όλον αυτό τον πολιτιστικό θησαυρό;
Links:
- ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ του " Degas: και το ΕΚΕΒΙ για το σκυλάκι σας,εξοχότατε...
- ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ: Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ
- BΙΒΛΙΟΚΑΦΕ: ΕΚΕΒΙ: Το χρονικό ενός προαποφασισμένου θανάτου
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΝΟΜΟΥ ΕΒΡΟΥ: Τίτλοι τέλους για το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
- ROSETA BOOKS: OΧΙ στο κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ
- ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ "ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ": Αποτελείωσαν και το ΕΚΕΒΙ λοιπόν
- ΜΟΥΣΙΚΗ-ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Δήλωση για την κατάργηση του ΕΚΕΒΙ
- PETRIDISRADIO: Ανακοίνωση σχετικά με την απόφαση για κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ (της Ένωσης Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων Πληροφόρησης
Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013
213 ~ ο Θανάσης Τζούλης για τον Αρθρούρο Ρεμπώ
*** 
Ο Arthur Rimbaud που άνοιγε το πορτάκι
των κήπων και των στάβλων
Στοιχημάτιζε ο Arthur Rimbaud πως δε θα βγει
από την ανατολή της θεοφάνειας όταν γκρεμίζονταν από μέσα
η βρύση του Πετράρχη στο Vaucluse
και τα νερά ρίχνοντας όλες τις φλέβες συστρέφονταν κυκλοδίωκτα
κι άνοιγε ο ίδιος το πορτάκι των κήπων και των στάβλων
σα να 'ναι το παντελόνι του.
από την Ευθύνη, τχ. 145
Ιανουάριος 1984
.
Ετικέτες Ποιήματα για τον Ρεμπώ
Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012
212 ~ ο Αλφόνσο Γκάτο στον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη
*** 
Ένα λουλούδι για τον Καβάφη
Ένας άνδρας σαν κι εσένα, κουρασμένος,
με την ίδια λαχτάρα να είναι ακόμη
πιο μόνος απ' ότι είναι με τις σκέψεις του,
να τακτοποιεί προσεκτικά με τα χέρια του
το φλιτζάνι, το ποτήρι, το τεφτέρι με τα ποιήματα,
να λαμποκοπά στα γυαλιά του η γενναία τρυφερότητα
με την οποία εξεμέτρησε το βίο του:
ιδού, μέσα στο ψύχος του ντροπαλού
Οκτώβρη το λουλούδι που σου κομίζω.
Το γλυκό εμπόριο της πλήξης
είναι το κουφέτο της σκέψης που αναμασάς
με τη στυφή βραδύτητα του βλέμματος
να παρατηρείς, να σημειώνεις και να μην ολοκληρώνεις
όπως έλεγες, τη νωχελική σοφία του έρωτα.
μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας
από την Ανθολογία Ιταλικής Ποίησης, Ταξίδι στην όμορφη χώρα
εκδόσεις Οδός Πανός, 2011
.
Ποιήματα για τον Κ. Π. Καβάφη 1
.
Ετικέτες Ποιήματα για τον Κ. Π. Καβάφη 2
Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012
211~ ο Αργύρης Χιόνης στον Διονύση Καρατζά
*** 
Στον Διονύση Καρατζά
από την Ακτή, τχ. 49
Χειμώνας 2001
ακόμα:
Ο Αργύρης Χιόνης
- στα Αυτοβιογραφικά και
- στo juke box, η ποίηση στο τραγούδι
.
Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012
210 ~ ο Βαλέρ Ζιλ για τον Σαρλ Μπωντλαίρ
*** 
Baudelaire
Στην καρδιά αυτήν, που εσφράγισεν ο Κρόνος, την μεγάλη,
σε πράσινα άλση, να υψωθή, στον λόφο, δεν αρμόζει
μνημείον ανάλαφρο' άφησε την σκιά μονάχα για ένα
πνεύμα, που η ονειροπόληση η γαλήνια το είχε θέλξει.
Μα αυτήν τη στήλη, την υδρίαν αυτή, ύψωσε σε βράχο:
σμίλακας μαύρος δίπλα του, μυρτιά ή πορτοκαλιά όχι'
κι αν, καθώς ξένος θλιβερός, κοιμάται ανάμεσά μας,
εύνους ας του είσαι, ω της νυχτιάς γλυκύτατη εσύ ειρήνη.
Πάνω στο ψυχρό μάρμαρο που κλείει το μέτωπό του,
το βράδι θα κουρνιάζουνε οι αρπαχτικοί αετοί,
και παγερά τα ζοφερά, σωπαίνοντας, κοράκια.
Ούτε πυρσό ή περιστερά, μηδέ άνθος μη σκαλίσης,
τον στοχασμό του τον πικρό ευλαβούμενος. Διαβάτη,
τούτο δω μόνο διάβασε: «Αγαπήθη απ' την Οδύνη».
μετάφραση: Άρης Δικταίος
από την Ανθολογία Βέλγων ποιητών
εκδ. Φέξη, 1969
.
