ποίημα για σένα

ποίημα για σένα

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

118 ~ o Πάρις Τακόπουλος στην Σαπφώ

***

Η Σαπφώ του κεφαλαίου Ταυ

Καημένη μου Σαπφώ!
Χθες μίλησε για σένα
ο κύριος Βου. Τατάκης!
Και μας εξήγησε,
με πλήρη δοκουμέντα,
ότι κακώς σού λένε
πως ήσουνα λεσβία!
Κ' εγώ
καθώς τον άκουγα,
γλείφοντας μία μέντα,
εχασμουρήθηκα πλειστάκις.
Και για πικρή παρηγορία
σκεπτόμουνα: Τι παρεξήγησις!
Και τα μικρά κορίτσια
που αγάπησες πολύ
και δ ε ν με αγαπάνε;..


από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη

.

Ετικέτες

10/13/2009 0 comments

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

117 ~ ο Νίκος Σπάνιας στον Ουώλτ Ουίτμαν

Nikos Spanias for Walt Whitman

***

Γερομπήχτη Χουΐτμαν...

Γερομπήχτη Χουΐτμαν, []
διασχίζεις με πλατειές πατούσες
τη φαρδειά ασύδοτη
και μηλοπρόσωπη
Αμερική σου
[] σε κάθε φυλή φιλώντας τα μωρά
στις κούνιες..- τσιμπώντας ακόμη και
αξούριστους
ρωμιούς,
ολλανδέ!

Εξαφανίζεσαι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
τινάζοντας την ολογάλανη γενεάδα σου
Pax Americana
κλώσσα
μαζεύεις κάτω απ'τη φτερούγα σου
τα πληγωμένα αγόρια του Εμφυλίου
περίβλεπτες τετράδες
κρατάς τα χέρια τους όταν σβήνουν
τα φώτα του θαλάμου
απ'το Οχάιο όμορφους και ξανθούς σα μοσχομπίζελα
από την Καλλιφόρνια με ψήγματα του χρυσού και σαύρες στα μάτια
από την Οκλαχόμα και το ορεινό Κεντάκυ
κύκλωπα
με πρόβατα ποιήματα
μέσα από λογαρίθμους
κ' υψικαμίνους
και εκατομμύρια
κρότους
ακόμη μας διδάσκεις
πως η γη αρκεί !..

Ο ποιητής
δημιουργεί
ένα πεπρωμένο
δεν σταδιοδρομεί!..

[]Πόσο σ' αγάπησαν!
[]Μα οι επίσημοι Γουώλτ
Χουΐτμαν οι ψοφοδεείς
[] σ'εχουνε σιωπηρά
αποκηρύξει τα τρυποκάρυδα
[] οι []
θηλυπρεπείς []
οι επίσημοι ψοφοδεείς!.. []

Εκλεκτό πνεύμα παλληκαριάς!
Νοσοκόμε! Ποιητή! Κλονισμένε
Όμηρε της Βορείου Αμερικής
με μάτια από γύψο και τους
ώμους τριμμένους από φως
στην ακοή σου θρούνε
πάντα σαν βελούδο
λόγοι ταπεινοί
[] το σώμα
σου
Τα φύλλα
χλόης!..


από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη

.

Ετικέτες ,

9/27/2009 0 comments

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

115 ~ η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στον Αντώνη Φωστιέρη

***

Ο Θρίαμβος της σταθερής απώλειας
Στον Αντώνη Φωστιέρη

Δε θα 'μαστε ποτέ
αυτό που είμαστε στιγμιαία
αλλ' είναι θρίαμβος
αυτή η σταθερή απώλεια.
Σώζεται μόνο
η σιωπή του φύλλου
σκουραίνει το σώμα
μαζί με τη μέρα
ως της νύχτας την απρόσμενη
λάμψη του μαύρου.
Θραύσματα ζωής
αντικαταστούν τα χρώματα
στις μικρές απεικονίσεις
του ονείρου,
αμυχές
τις σκιές φωτός
στο προσωρινό δέρμα.
Τυφλή στο τόσο μαύρο
ζήταγα θεό
και μου 'διναν ένα μονάχα
δάχτυλο για να τριφτώ'
θριαμβεύω τώρα
στα πιο κρυφά μέρη
που συλλαμβάνεται
η ιδέα: εδώ
μαθαίνω επιτέλους
πως θα φύγω πρώτη.


από την ανθολογία Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση
εκδ. Καστανιώτη, 2000

.
9/17/2009 2 comments

Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2009

114 ~ ο Γιάροσλαβ Σάιφρτ για τον Βλάντιμιρ Γόλαν

Jaroslav Seifert for Vladimír Holan

***

Τιμή στον Βλάντιμιρ Γόλαν

Είναι, στιγμές που μες στις σκέψεις μας
ζηλεύουμε ακόμα και τους πεθαμένους,
λες και η αιώνια ανυπαρξία τους
είναι μονάχα ένα ξαπόσταμα
σε μια γλυκιά γαλήνη δίχως πόνο,
σε άδυτα λουλουδιών που μαραίνονται...

Όμως αρκεί μόνο ένα ρίγος ηδονής,
όποιας και να 'ναι,
και πρόθυμα ξαναγυρίζουμε
στις καθημερινές μας ταλαιπωρίες.

Έζησα περισσότερο απ' όλους τους ποιητές
της γενιάς μου...
Όλοι τους ήταν φίλοι μου.
Τελευταίος πέθανε ο Βλάντιμιρ Γόλαν.
Πώς να μη νιώθω αγωνία;
Είμαι μόνος.

Πρώτος έφυγε ο Γίρζι Βόλκρ,
ήταν νέος και βιαζόταν.
Αχ, τα άμοιρα φιλιά σε στόματα
που καίγανε απ' τον πυρετό,
φυματικών κοριτσιών σε σανατόριο
στην ακροθαλασσιά.

Ύστερα από χρόνια πεθαίνει ο Γίντρζιχ Γόρζεϊσι,
ήταν ο μεγαλύτερός μας.
Τους στίχους του τους έγραφε σ' ένα κατάμεστο καφενείο
πάνω σ' ένα στρογγυλό τραπεζάκι
όπως ο στρατιώτης μετά τη μάχη τα γράμματα στην καλή του
πάνω σ' ένα αναποδογυρισμένο τύμπανο.

Ο Γιόζεφ Γόρα ήταν ο μόνος
που μπορούσε να μιλά στον ενικό στον Φ. Ξ. Σάλντα.
Για μπείτε στον δεντρόκηπό του
όταν αρχίζουν ν' ανθίζουνε οι μηλιές.
Τα συγκινητικά λουλούδια του εύωδιάζουν στον ήλιο
πικραμύγδαλο.

Δεν μας αποχαιρέτησε ούτε ό Φράντισεκ Γάλας,
ο αγαπημένος σύντροφος.
Ήθελε οι στίχοι του να κρώζουν
στ' αυτιά των ανθρώπων,
όμως καμιά φορά δεν άντεχε
και τραγουδούσε.

Με μια απότομη χειρονομία έφυγε ξαφνικά
ο Κόνσταντιν Μπιμπλ.
Φαίνεται πως νοσταλγούσε την τρυφερότητα
των κοριτσιών της Γιάβας
που είναι σαν ζωντανά λουλούδια
κι ακροπατοϋν αθόρυβα στις μύτες των ποδιών.

Ο Βίτιεζσλαβ Νέζβαλ βλαστημούσε τον θάνατο,
κι αυτός τον εκδικήθηκε.
Όταν απρόσμενα πέθανε το Πάσχα
όπως το είχε ο ίδιος προφητέψει για τον εαυτό του,
έσπασε ένα απ' τα δυνατά κλωνάρια
του δέντρου της ποίησης.

Ούτε που αναλογίστηκε τον θάνατο
ο Φράντισεκ Γρούμπιν.
Στην αρχή δεν υποψιαζόμουν καν πού είχε ανακαλύψει
την καντιλένα των στίχων του,
ενώ εκείνος απλώς αφουγκραζόταν
το χαμογελαστό νερό
στο φράγμα του Σάζαβα.

Ο Γόλαν έσβηνε αργά
και το τηλέφωνο συχνά έπεφτε απ' το χέρι μου.
Σε αυτό το καταραμένο μεγάλο κλουβί της Τσεχίας
σκορπούσε τα ποιήματά του με περιφρόνηση,
σαν κομμάτια ματωμένο κρέας.
Τα πουλιά όμως φοβόταν.

Ο θάνατος ζητούσε από αυτόν υποταγή,
υποταγή όμως αυτός δεν ήξερε τι σημαίνει
και μέχρι την τελευταία στιγμή
απεγνωσμένα πάλεψε μαζί του.

Ο Άγγελος που του ανασήκωνε τα χέρια,
όταν έχανε τις δυνάμεις του,
καθότανε στην άκρη του κρεβατιού του
κι έκλαιγε.

μτφ: Κάρολος Τσίζεκ


από το βιβλίο Jaroslav Seifert, Η γλυκιά συμφορά της ποίησης
εκδ. ποταμός, 2003

.
9/06/2009 0 comments

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

113 ~ ο Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Roberto Fernández Retamar for Federico García Lorca

***

Επανόρθωση στον Φεδερίκο

Σ' ένα ποίημα, (εξ' άλλου πολύ κακό) μόλις διάβασα, και μου έκανε εντύπωση,
Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, που τόσα έχουν να πουν γι αυτή όσοι σε γνώρισαν'
Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, και πως εκείνοι οι νέοι γερόντοι,
Εκείνοι που έχουν περάσει τα εξήντα κι αρχίζουν τώρα να εκλείπουν μαζικά,
Και που ήταν οι έκθαμβοι σου συνομήλικοι,
Παίρνουν πεθαίνοντας μαζί τους, εξαφανίζοντας από τη Γη την τελευταία θύμηση της φωνής σου.
Μέσα σε λίγον καιρό (ας πούμε άλλα τριάντα χρόνια),
Δεν θα μείνει κανείς πάνω στη Γη
Που να θυμάται πώς μιλούσες,
Τραγουδούσες,
Γελούσες,
Και πιθανώς έκλαιγες.
Η φωνή σου θα έχει λησμονηθεί για πάντα.

Έτσι και όλος εσύ θα έχεις λησμονηθεί
Σε τριακόσια,
Τρεις χιλιάδες
Ή τριάντα χιλιάδες χρόνια.
Μπορεί να έχει λησμονηθεί κι η ίδια η ιδέα της ποίησης,
Αυτή που εσύ ήσουν ο αφέντης της,
Που από το ένα μέρος φρόντιζες τις λέξεις
Κι από το άλλο την ψυχή.
Πρέπει, λοιπόν, να βιαστούμε
Να επανορθώσουμε αυτό που σου έγινε,
Όσο είναι ακόμα νωπός ο θάνατος σου.

Γιατί μετά από μια νεανική διαφώτιση,
Που σε περνούσαμε από χέρι σε χέρι, καμωμένο μόνο άνθρωπο, όπως ο Σωκράτης ή ο Λεονάρδο
(Οι άλλοι ήταν οι Ματσάδο, Ουναμούνο, Μαρτί, Νερούδα, Αλμπέρτι.
Μόνο ο Χουάν Ραμόν κι εσύ
Ήταν ο Χουάν Ραμόν κι ο Φεδερίκο)•
Μετά από τότε,
Έφτασαν οι άλλοι
Κι ήρθαν οι μέρες που σε αρνήθηκαν.
Τι αδικία, Φεδερίκο,
Τι αδικία -μπορεί αναγκαία: οι ζωντανοί να τρέφονται από τους πεθαμένους,
Αλλά χωρίς να το δηλώνουν.

Τώρα χρειάζεται να σου αποδώσουνε τιμές
Όχι μονάχα οι διαλέλτες
Κι αυτοί που γράφουν βιογραφίες και μελέτες,
Αλλά οι υπέροχοι νέγροι που αγάπησες και που αψηφούνε τους λευκούς και τα σκυλιά,
Οι δέκα χιλιάδες πόρνες που απειλούν να παρελάσουν στο Σαντιάγο της Χιλής,
Τα φτωχά διφορούμενα αγόρια, οι πενταποδαρούσες σαλαμάνδρες, ριγμένα έξω από τον κόσμο,
Οι πλεονάζοντες, οι εμβρόντητοι.
Και οι ποιητές.

Τώρα που θα έχουμε την ηλικία
Που είναι για πάντα η δική σου,
Αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης
Τόσο μοιραίας, τόσο απαραίτητης, όσο και η άλλη αδικία,
Να πούμε πως είχαμε δίκιο τότε, που μόλις βγαίναμε από την παιδική ηλικία,
Όταν το Φεδερίκο ήταν ένα ηλεκτρισμένο όνομα,
Μια φλόγα που αναβοσβήνει στο σκοτάδι,
Ένας θησαυρός, ένας αλησμόνητος φίλος που τον άρπαξε η νύχτα που μ' αυτή άρχισε ο χειμώνας.
Γνώριζες περισσότερα, ήσουν καλύτερος. Και η ειλικρίνεια ή η αθωότητα
Η απληστία ή η εγκατάλειψη
Σε ανακάλυπταν για να μεγαλώσουν.

Σπάνιε, εκθαμβωτικέ πρωτότοκε αδελφέ,
Πριν εξαφανιστείς για πάντα,
Με τους αστράγαλους σπασμένους, περίπλοκα μουσικά όργανα περασμένα στο λαιμό σου,
Τα μάτια ερημωμένα από το κλάμα,
Το στήθος και το κεφάλι διάτρητα•
Πριν εξαφανιστούμε για πάντα,
Θα σε αγκαλιάσω, μάλλον συγκινημένος,
Σ' αυτό τον άνεμο που μας έθμαθες να ονομάζουμε
Με λέξεις που έβγαζες απ' το τσεπάκι,
Παρ' όλο που τότε ήσουνα κιόλας πεθαμένος, πεθαμένος,
Και δεν ήσουν άλλο από σελίδες, κι είχαν κιόλας αρχίσει να χάνονται
Οι λέξεις από σάρκα και οστά που έκαναν να ανατριχιάσει ο κόσμος
Ίσαμε τον Αύγουστο του 1936, πριν τριάντα χρόνια,
Όπου τα θηρία που πάντα καραδοκούν σε τουφέκισαν γιατί ναι,
Γιατί όλα,
Γιατί έτσι τελειώνουν οι ποιητές.

μτφ: Ρήγας Καππάτος


από το βιβλίο Roberto Fernández Retamar, Πέντε Ελληνικά
και άλλα ποιήματα

εκδ. Εκάτη, 2009

.

Desagravio a Federico

En un poema (por otra parte más bien malo) acabo de leer, y me ha impresionado,
Que no se grabó tu voz, de la que tanto hablan los que te conocieron;
Que no se grabó tu voz, y que esos nuevos viejos,
Esos hombres de más de sesenta años que empiezan ahora a extinguirse en masa,
Y que fueron tus maravillados coetáneos,
Están, al morirse, llevándose consigo, borrando de la tierra la última memoria de tu voz.
Dentro de poco tiempo (digamos otros treinta años),
No quedará nadie en el planeta
Que pueda recordar cómo tú hablabas,
Cantabas,
Reías,
Presumiblemente llorabas.
Tu voz será olvidada para siempre.

Así también serás todo tú olvidado
Dentro de trescientos,
Tres mil
O treinta mil años.
Quizá se olvide hasta la idea misma de la poesía,
Eso de que eras dueño,
Y que por una parte mira a las palabras
Y por la otra al alma.
Hay pues que apresurarse
A hacerte el desagravio,
Fresca todavía la muerte.

Porque después de un deslumbramiento adolescente,
En que te pasábamos de mano en mano, hecho tan sólo un nombre, como Sócrates o Leonardo
(Los otros eran Machado, Unamuno, Martí, Neruda, Alberti.
Sólo Juan Ramón y tú
Eran Juan Ramón y Federico);
Después de entonces,
Llegaron los otros
Y vinieron los días de negarte.
Qué injusticia, Federico,
Qué injusticia —quizás imprescindible: los vivos se nutren de los muertos,
Pero no lo proclaman.

Ahora es necesario que te rindan homenaje
No sólo los discurseros
Y los que te hacen biografías y estudios,
Sino los negros magníficos que amaste y que desafían a perros y a blancos,
Las diez mil prostitutas que amenazan con desfilar por Santiago de Chile,
Los pobres muchachos equívocos, las salamandras de cinco patas, arrojados del mundo,
Los sobrantes, los estupefactos.
Y los poetas.

Ahora que vamos a tener la edad
Que es la tuya para siempre,
Es un acto de justicia
Tan fatal, tan necesaria como la otra injusticia,
Decir que teníamos razón entonces, a la salida apenas de la niñez,
Cuando Federico era un nombre electrizado,
Una llama que se intercambia en las tinieblas,
Un tesoro, un amigo inolvidable arrebatado en la noche en que empezó el invierno.
Sabías más, eras mejor, y el candor o la inocencia
O la avidez o el desamparo
Te descubrían para crecer.

Mi raro, mi sobrecogedor hermano mayor,
Antes de que desaparezcas para siempre,
Con los tobillos rotos, complicados instrumentos músicos al cuello,
Los ojos arrasados en lágrimas,
El pecho y la cabeza agujereados;
Antes de que desaparezcamos para siempre,
Voy a abrazarte, más bien emocionado,
En este viento que nos enseñaste a nombrar
Con palabras que te ibas sacando del bolsillo,
Y eso que para entonces ya estabas muerto, muerto,
Y no eras sino páginas, y ya habían empezado a perderse
Las palabras de carne y hueso que hicieron estremecer al mundo
Hasta ese agosto de 1936, hace ahora treinta años,
En que las bestias siempre al acecho te fusilaron porque sí,
Porque todo,
Porque así se terminan los poetas.

Ετικέτες ,

8/25/2009 0 comments

Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2009

112 ~ ο Γιώργος Κακουλίδης για τον Κώστα Καρυωτάκη

***

Κώστας Καρυωτάκης

Το παιδί που γνώρισε
ένα μεγάλο πάθος
ξέρει τι είναι τάφος
και ύστατη στιγμή

Το γαλάζιο σώμα του
έγινε νεφέλωμα
και το μαύρο γέλιο του
με χτυπάει όπου με βρει.


.

Ετικέτες ,

8/03/2009 0 comments

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

111 ~ ο Φώτος Γιοφύλλης στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

***

Στο Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Από πιοτά κι απ' όργια τσακισμένος,
κατόπι από ξενύχτι, μιαν αυγή
θυμάσαι που σε γνώρισα στο δρόμο;
Σε κοίταξα απ' τα μάτια κι ως τη γη
κ' η χλωμή σου μορφή, τα κρινοχέρια
σα νά 'βγαζαν βουβή μιαν οιμωγή.

Θυμάσαι που βολτάραμε στους δρόμους
λαφριά στο πεζοδρόμι το φαρδί
με γιαλιστά φοκόλ, με ημιψηλάκια;
Στο πέτο ένα λουλούδι κελαϊδεί,
ενώ κρατούσες μπράτσο με καμάρι
τ' όμορφο κοριτσάκι ή το παιδί.

Κ' ήσουν ωχρός κι αγάπαγες τα πάντα,
το κάθε χαϊδεμένο και μικρό.
Τα ηδονικά τα χείλια σου φιλούσαν
κι αγκάλιαζαν με λόγια ως θησαυρό
κάθε ομορφιά. Κι αγάπαγες τ' αγόρια,
το πιάνο, τα λουλούδια στο νερό.

Τόσα είπαν για τις κρύφιες σου συνήθειες
και για τις άνομές σου τις νυxτιές,
που ράγισε στα στήθια μου η μορφή σου
και συxαμάρας μούρθανε σαϊτιές.
Ωστόσο πάντα μπρόβαλες σα γόης
κ' η εμφάνισή σου ξάναβε φωτιές.

Και μες στη γλιστερή τη συxασιά μου,
σ' έβλεπα αγγελικόν και λατρευτό
και, μπρος στα ξάστερα σου πάντα μάτια,
βουτούσα στα βαθειά μου να κρυφτώ,
τι πιότερο αγαπούσες τους ανθρώπους
κι από τον λατρευτό σου τον εαυτό.


από το βιβλίο Φώτος Γιοφύλλης, Ποίηση μισού αιώνα
εκδ. Το Ελληνικό Βιβλίο, 1964

.

Ετικέτες ,

7/24/2009 0 comments

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

110 ~ ο Νικόλας Κάλας για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

***

Κ.Π. Καβάφης

Το γαλάζιο του βλέμμα δίνει στο στίχο χρώμα θαλάσσιου ορίζοντος.
Εκεί βαφτισμένα τα λόγια υφαίνουν με χορδές αιολικής άρπας άσματα κύκνεια.
Αγεροδρομούν τα τραγούδια με Ιώνια φυσήματα,
φτάνουν στο Βυζάντιο, την εθνική Νικομήδεια.
Στις ακτές της Συρίας πλούσιων εμπόρων πληρώματα λάμνουν.
Συχνά όμως οργίλα κύματα θραύουν τα κατάφορτα αυτά πλοία
και τους βάρβαρους ήχους των κουπιών που διπλώνονται
στη σκοτεινή Αλεξάντρεια φέρνουν πανικόβλητοι γλάροι.
Αυτούς τώρα ακούει ο ποιητής και ποτίζει τον ανυπάκουο πόντο με μυρωμένο έλαιο.

(Ποιήματα 1932
Κάλας 1983, σ.92)


από την ανθολογία Η Ελληνική Ποίηση του 20ού αιώνα
εκδ. Μεταίχμιο, 2006


(Νικόλας Κάλας, όπως και Νικήτας Ράντος,
είναι ψευδώνυμα του Νίκου Καλαμάρη)
.

Ετικέτες ,

7/15/2009 0 comments

Δευτέρα, 06 Ιουλίου 2009

109 ~ η Μυρτιώτισσα στον Λάμπρο Πορφύρα

***

Λάμπρος Πορφύρας

Τι τάχα κι αν το μήνυμα το αιφνίδιο του χαμού σου
μας διαπερνάει σα βέλος;
Το δράμα που παιζότανε στα βάθη του εαυτού σου,
πήρε, καλέ μου, τέλος.

Μια άλλη αυλαία σ’ ανοίγεται. του ονείρου τ’ ακρογιάλι
σε καρτερεί στο βάθος,
κι ακούω να λες, καθώς βυθάς στου απείρου την αγκάλη,
πως η ζωή είναι λάθος.

Όμως πως θα ’θελα, αδερφέ, να μην την απαρνιόταν
ολότελα η καρδιά σου!
Μην την τραβήξεις, στέλνε την στα μέρη που επλανιόταν
την ιερή σκιά σου.

Γιατί τα βράχια, οι ακρογιαλιές, της φτώχιας τα σπιτάκια
με την κλαψάρα βρύση,
ψαράδες και ψαρόβαρκες, οι γέροι, τα παιδάκια
σ’ έχουν πολύ αγαπήσει.

Κι απάνω απ’ όλα η θάλασσα, που εκλειούσες τις φωνές της
μες στη γλυκιά σου λύρα,
και που ήσουν πια σα μια κραυγή κι εσύ μες στις κραυγές της,
ευγενικέ Πορφύρα!


Από την ιστοσελίδα του Λάκη Φουρουκλά για την Μυρτιώτισσα
.

7/06/2009 0 comments

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

108 ~ ο Κώστας Καρυωτάκης για τον λόρδο Βύρωνα

Kostas Kariotakis for Lord George Gordon Byron

***

Βyron

Ένοιωσεν ότι
του ήσαν οι στίχοι
άχαρη τύχη
και ματαιότη.

Η ορμή του η πρώτη
πια δεν αντήχει,
αλλά, στα τείχη,
ένδοξη νιότη.

Γίνονται οι γέροι
γαύροι. Θα ορμήσει
ανδρών λουλούδι.

Κι ο Μπάιρον ξέρει
πώς να το ζήσει
το θείο Τραγούδι.

( "Ηρωική Τριτολογία")


από τα Άπαντα Καρυωτάκη
εκδ. Κ. Στρουμπούκης, 1981

.

Ετικέτες , ,

6/27/2009 0 comments

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

107 ~ ο Γιάννης Ρίτσος στον Τάσο Λειβαδίτη

***

Στον αδελφό μου
Τάσο Λειβαδίτη


Από καιρό τους περίμενες με δέος. Και ήρθαν.
Ήρθαν οι νεκροί σου και σε πήραν
μες στο νυxτερινό ψιλόβροxο. Στάθηκες λίγο
με βρεγμένα μαλλιά, με βρεγμένο σακάκι
κάτω απ' το φανοστάτη της πλατείας Μεταξουργείου
ακούγοντας απ' τις ταβέρνες τις φωνές των μεθυσμένων,
και τα παλιά λαϊκά τραγούδια που 'χες αγαπήσει,
και πιο μακριά τα επαναστατικά συνθήματα των
απεργών οικοδόμων,
ήσυxος επιτέλους, ολότελα κρυμμένος
στη σκιά της μεγάλης εκείνης σημαίας
που 'χε υψώσει αλαλάζοντας ο λαός. Τώρα
αποκοιμήθηκες σ' ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας
πως οι νεκροί δε γερνούν πια, δεν διαψεύδονται κι ούτε πεθαίνουν.
Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη πόρτα;

Aθήνα 30.Χ - 9,ΧΙ.89


από το περιοδικό νέα σκέψη
τ. 497 (3), Ιούνιος 2008

.

Ετικέτες ,

6/18/2009 0 comments

Τρίτη, 09 Ιουνίου 2009

106 ~ η Ζωή Καρέλλη για την Σαπφώ

***

Το τελευταίο τραγούδι της Σαπφώς

Αυγή της ωραιότατης μέρας
που προσέρχεται κι' όλο φωτίζεται πιο πολύ
το στερέωμα, σαν πρόσωπο
όπου η χαρά αυξαίνει,
όταν καταλαβαίνει τη χάρη του βίου.

Βάρος η κεφαλή μου μεταδίνει
στα μέλη του σώματος κι' η σκέψη
ομίχλη στην όψη μου.
Δροσερή αύρα της πρωίας
κι' εγώ αποπνέω ζέστη
που με χωρίζει απ' τον καλόν αέρα.

Ίδια όλα τριγύρω
κι' ο απέραντος πόντος αρνιέται
να παρασύρει την ψυxή μου
σε ταξίδια σπουδαία.

Την μακρινή αισθάνομαι αοριστία
κι' ούτε ακούω τους μυστικούς ψίθυρους,
υποσχέσεις ενάντιες
στη γνώση που απόχτησα.

Άλλες αρχίζουν οι μέρες για κείνον
που τόσα έχει μάθει και δε μαθαίνει
να φαντάζεται πιο πολλά.

Υπήρξα με δύναμη κι' αίσθημα,
μ' αισθήσεις παράφορες.
Ήθελα πάντα να περιμένω
κι απομένω αδιάφορη τώρα.
Πώς την ορμή xάνω
και δεν ζητώ, ούτε ανυπόμονη μένω.

(Συλλογή Αντιθέσεις, 1957)


από το βιβλίο Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη
Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000

.

Ετικέτες ,

6/09/2009 0 comments

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

105 ~ η Inger Hagerup για την Emily Dickinson

***

Έμιλυ Ντίκινσον

Πολύ λεπτή. Μικροκαμωμένη.
Πάντα ντυμένη στ' άσπρα.
Μέσα στο σπίτι ακούγονται τα βήματά της
πάντοτε ρυθμικά και κοριτσίστικα.

Ξεσκονίζει ράφια και ποτίζει λουλούδια
με τα λεπτά ευκίνητα χέρια της.
Ψήνει ψωμιά, κάνει περιπάτους
γράφει κάρτες σε φίλους και συγγενείς.

Τρυφερή αδελφή. Αφοσιωμένη κόρη.
Έτσι κυλούσαν οι μέρες στο σπίτι της κούκλας.
Αλλ' η ύπουλη φωτιά ήλθε κι αφάνισε
κι η άλαλη κραυγή εκραύγασε.

Και πίσω απ' την αμπαρωμένη πόρτα
του παρθενικού δωματίου στο πατρικό
στεκόταν ένας άγνωστος σε όλους,
τόσο πολύ μόνος, τόσο πολύ γενναίος.

Στεκόταν ένας κρύος χειρούργος κι ακροαζόταν
τον πόνο, τη γυμνή οδύνη της.
Και ενώ το μαξιλάρι πνίγει τους στεναγμούς της
η ίδια κάνει την αυτοψία της καρδιάς της.

μτφ: Γιώργος Χριστογιάννης


από την ανθολογία Νορβηγοί Ποιητές 1900-1985
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1985

.

5/30/2009 0 comments

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

104 ~ o Γ. Χ. Ώντεν για τον Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Wystan Hugh Auden for William Butler Yeats

***

Στη μνήμη του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γαίητς

Ι
Εξαφανίστηκε μέσα στο καταχείμωνο.
Παγωμένα τα ρέματα, τα αεροδρόμια σχεδόν ερημωμένα
και το χιόνι παραμόρφωνε τα αγάλματα στις δημοσιές.
Ο υδράργυρος είχε ξεπέσει μες στο στόμα της ημέρας καθώς πέθαινε.
Οι δείκτες που έχομε όλοι τους συμφωνούν
πως ήταν σκοτεινή και κρύα η μέρα της θανής του.

Αλάργα απ' την αρρώστια του
οι λύκοι διάβαιναν μες από δάση αειθαλή,
το χωριάτικο ποτάμι έμενε απείραγο απ' τις προβλήτες του συρμού.
Οι γλώσσες που θρηνούσαν
το θάνατο του ποιητή διατηρούσαν από τα ποιήματά του.

Γι' αυτόν όμως ήταν το στερνό απόγεμα του εαυτού του,
ένα απόγεμα γεμάτο νοσοκόμες και διαδόσεις.
Οι επαρχίες του κορμιού του σε επανάσταση,
οι πλατείες της σκέψης του κενές,
η σιωπή εισορμούσε στα προάστια,
έφθινε το ρέμα του αισθήματός του. Ο ίδιος γινόταν οι θαυμαστές του.

Είναι τώρα σκορπισμένος πια ανάμεσα σε εκατό πόλεις
κι ολότελα δοσμένος σε άγνωστες συμπάθειες.
Την ευτυχία του σε δάσος αλλιώτικο γύρευε να βρει
και να τιμωρηθεί από έναν ξένο κώδικα συνείδησης.
Τις λέξεις ενός πεθαμένου ανθρώπου
τις μεταλλάζουνε των ζωντανών τα σπλάχνα.

Αλλά στη σπουδαιότητα μέσα και την τύρβη του αύριο
όταν οι χρηματιστές ωρύονται σαν τα θηρία μέσα στην Μπόρσα,
και οι φτωχοί έχουν τα βάσανά τους που τα καλοξέρουν
κι ο καθένας μέσα στο κελί του εαυτού του νιώθει ελεύθερος,
θα είναι και μερικές χιλιάδες που τη μέρα αυτή θα τη μετρούν
όπως μετράς μια μέρα όπου κάποιος έκανε κάτι αλλιώτικο.

Οι δείκτες που έχομε όλοι τους συμφωνούν
πως ήταν σκοτεινή και κρύα η μέρα της θανής του.

II
Ανόητος ήσουν σαν κι εμάς όμως το δώρο σου τα επέζησε όλα:
την ενορία των πλουσίων κυριών, τη φυσική σου παρακμή,
τον εαυτό σου. Η έξαλλη Ιρλανδία είναι που σου 'δωσε
την ποίηση πληγώνοντάς σε. Τα έχει ακόμα, την τρέλα της,
το κλίμα της, γιατί η ποίηση τίποτα δεν κάνει να συμβεί:
ατή της επιζεί μες στο λαγκάδι που είναι πλάσμα της, όπου οι εξέκιουτιβς
δεν θα 'θελαν ποτέ τους ν' ανακατευτούν, πάει κατά το Νότο
μες από αγροκτήματα απομόνωσης και θλίψες πολυάσχολες,
από κωμοπόλεις ωμές που τις πιστεύουμε και μέσα τους πεθαίνουμε.
Επιζεί σαν ένα τρόπος του συμβαίνειν, ένα στόμα.

III
Φιλοξενούμενό σου τιμημένο δέξου γη
τον Γαίητς που έγειρε ν' αναπαυτεί.
Άφησ' της Ιρλανδίας το σκεύος πια
κενό απ' την ποίηση του να κατακλιθεί.

Μέσα στον βραχνά του σκοταδιού
όλοι οι σκύλοι της Ευρώπης αλυχτούν.
Απόξενο στην έχθρα το καθένα τους
τα ζωντανά τα έθνη καραδοκούν.

Ύβρη του νου επίμονα ατενίζει
μες απ' όλες τις ανθρώπινες μορφές.
Της συμπόνιας οι θάλασσες είναι κλειστές
μέσα στις παγωμένες τις ματιές.

Ακολούθα ποιητή ίσια το δρόμο σου
της νύχτας το βαθύ βυθό να φτάσεις.
Με τη φωνή σου την αδέσμευτη
πώς ν' αγαλλιάζουμε να λες μην αποστάσεις.

Την κατάρα καματεύοντας στο στίχο σου
σε αμπέλι κάν' την να γυρίσει.
Λέγοντας τον ανθρώπινο χαμό
κάνε τον πόνο σου μεθύσι.

Μες από της καρδιάς την ερημιά
πηγή τη γιατρειά μας κάνε ν' αναβλύσει
και μάθε στην ελεύθερη ψυχή
στη φυλακή της μέσα πώς να υμνήσει

(1939-40)

μτφ: Αντώνης Δεκαβάλλες


από το βιβλίο [Ποιήματα] W.H. Auden
εκδ. Kέδρος, 2002

.


In Memory of W.B. Yeats

He disappeared in the dead of winter:
The brooks were frozen, the airports almost deserted,
The snow disfigured the public statues;
The mercury sank in the mouth of the dying day.
What instruments we have agree
The day of his death was a dark cold day.

Far from his illness
The wolves ran on through the evergreen forests,
The peasant river was untempted by the fashionable quays;
By mourning tongues
The death of the poet was kept from his poems.

But for him it was his last afternoon as himself,
An afternoon of nurses and rumours;
The provinces of his body revolted,
The squares of his mind were empty,
Silence invaded the suburbs,
The current of his feeling failed; he became his admirers.

Now he is scattered among a hundred cities
And wholly given over to unfamiliar affections,
To find his happiness in another kind of wood
And be punished under a foreign code of conscience.
The words of a dead man
Are modified in the guts of the living.

But in the importance and noise of to-morrow
When the brokers are roaring like beasts on the floor of the Bourse,
And the poor have the sufferings to which they are fairly accustomed,
And each in the cell of himself is almost convinced of his freedom,
A few thousand will think of this day
As one thinks of a day when one did something slightly unusual.
What instruments we have agree
The day of his death was a dark cold day.

II
You were silly like us; your gift survived it all:
The parish of rich women, physical decay,
Yourself. Mad Ireland hurt you into poetry.
Now Ireland has her madness and her weather still,
For poetry makes nothing happen: it survives
In the valley of its making where executives
Would never want to tamper, flows on south
From ranches of isolation and the busy griefs,
Raw towns that we believe and die in; it survives,
A way of happening, a mouth.

III
Earth, receive an honoured guest:
William Yeats is laid to rest.
Let the Irish vessel lie
Emptied of its poetry.

[Auden later deleted the next three stanzas.]

Time that is intolerant
Of the brave and the innocent,
And indifferent in a week
To a beautiful physique,

Worships language and forgives
Everyone by whom it lives;
Pardons cowardice, conceit,
Lays its honours at their feet.

Time that with this strange excuse
Pardoned Kipling and his views,
And will pardon Paul Claudel,
Pardons him for writing well.

In the nightmare of the dark
All the dogs of Europe bark,
And the living nations wait,
Each sequestered in its hate;

Intellectual disgrace
Stares from every human face,
And the seas of pity lie
Locked and frozen in each eye.

Follow, poet, follow right
To the bottom of the night,
With your unconstraining voice
Still persuade us to rejoice.

With the farming of a verse
Make a vineyard of the curse,
Sing of human unsuccess
In a rapture of distress.

In the deserts of the heart
Let the healing fountains start,
In the prison of his days
Teach the free man how to praise.

.

5/21/2009 0 comments

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

103 ~ ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης για τον Φρήντριχ Χέλντερλιν

Aristotelis Nikolaidis for Friedrich Hölderlin

***

O Χαίλντερλιν στην Πάτμο

Zu lang, zu lang schon ist
Die Ehre der Himlischen unsichtbar.


Εδώ συνάντησα τον Χαίλντερλιν
μετά την τρέλλα' τα γυάλινά του μάτια
γλάρωναν τυφλά στους γλάρους
τα κόκκαλά του φύτρωναν ία
και συλλαβές από xαμένες λέξεις.
Η αποκάλυψη, του είπα, βάλε
ξανά τα κόκκαλά σου εδώ στο οστεο-
φυλακείο' μην ξεxνάς πως είσαι απ' το κενό.

Στην Πάτμο, σ' ένα καφενείο
μ' ένα κορίτσι δίπλα μας γυμνό.


από το βιβλίο Αριστοτέλης Νικολαΐδης,
Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952 - 1990

εκδ. Πλέθρον, 1991
.

5/12/2009 0 comments

Κυριακή, 03 Μαΐου 2009

102 ~ ο Νικολάι Λίλιεβ στον Αλμπέρ Ζιρώ

Nikolai Liliev for Albert Giraud

***

Αλμπέρ Ζιρώ

Βράδι, κι ο εσπερινός σημαίνει.
Στην ησυχία, η ανέστια κείνη
ανάμνηση, η πικρή, η θλιμμένη,
των ημερών που εσβήσαν, σβήνει.

Εκούσια ακούσιας σκέψης σκλάβος
τα λόγια εσύ διαβάζεις, που
με πέννα παιδική είχες γράψει
σε ώρες δακρύων και χωρισμού.. .

Μ' αυτόν τον άσκοπο καημό σου
με τον γελοίο Πιερόττο μοιάζεις
που, ως την αυγή, μονάχος, κάτω

από το φως του φεγγαριού,
απ' το ένδυμα του καθαρίζει
τους φεγγαριάτικους λεκέδες.

μτφ: Άρης Δικταίος
(με τον έλεγχο του Στέφαν Γκέτσεφ)



από την Aνθολογία Bουλγαρικής Ποιήσεως
εκδ. Δωδώνη, 1971

.

5/03/2009 0 comments

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

101 ~ ο Διονύσης Καψάλης για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

***

Για τον Καβάφη, 1863-1933

Νερά της Κύπρου, της Συρίας, της Αιγύπτου,
αγαπημένα της πατρίδας του νερά,
ελάτε κι ακουμπήστε το τραγούδι σας
σεμνά στα πόδια του νεκρού' εδώ κοιμάται
ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, ποιητής
από την Αλεξάνδρεια. Δεν θα ξυπνήσει
ν' ακούσει το τραγούδι σας, δεν θα ξανάρθει.

Έφυγε μέσα στη σιωπή, αυτός που τόσο
το λόγο αγάπησε και μίλησε ωραία,
τόσο κοντά μας πάντα κι όμως τόσο ξένος.
Μεγάλα κι άφοβα κι αόρατα φτερά
τον συνοδεύουν ως την άλλη πολιτεία.
Δέξου το σώμα του εσύ, γη Αιγύπτια.

Νερά της Κύπρου, της Συρίας, της Αιγύπτου,
αγαπημένα της πατρίδας του νερά,
ελάτε κι ακουμπήστε το τραγούδι σας
εδώ στον τάφο του Καβάφη. Δεν υπάρχει
άλλος στον κόσμο ποιητής πιο τιμημένος.


από την συλλογή Στον Τάφο του Καβάφη
εκδ. Άγρα, 2003

.

Ετικέτες ,

4/24/2009 0 comments

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

100 ~ ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ανδρέα Εμπειρίκο



Οι κλεψύδρες του αγνώστου

Les temps est si clair que
je tremble qu'il ne finisse...
ANDRE BRETON


Στον Ανδρέα Εμπειρίκο


α΄
Θυμώνει ο ήλιος, ο ίσκιος του αλυσοδεμένος κυνηγάει τη θάλασσα
Ένα σπιτάκι, δυο σπιτάκια, η φούχτα που άνοιξε από τη δροσιά και
μυρώνει τα πάντα
Φλόγες και φλόγες τριγυρνούν ξυπνώντας τις κλειστές πόρτες
των γέλιων
Είναι καιρός να γνωριστούνε οι θάλασσες με τους κινδύνους
Τι θέλετε ρωτά η αχτίδα, και τι θέλετε ρωτά η ελπίδα κατεβάζοντας
τ' άσπρο της ποκάμισο
Μα ο άνεμος στέρεψε τη ζέστη, δυο μάτια σκέπτονται
Και δεν ξέρουν πού να καταλήξουν είναι τόσο πυκνό το μέλλον τους

Μια μέρα θα 'ρθει που ο φελλός θα μιμηθεί την άγκυρα και
θα κλέψει τη γεύση του βυθού
Μια μέρα θα 'ρθει που ο διπλός εαυτός τους θα ενωθεί
Πιο πάνω ή πιο κάτω από τις κορυφές που εράγισε το αποψινό
τραγούδι
Του Έσπερου, δεν έχει σημασία, η σημασία είναι αλλού

Ένα κορίτσι, δυο κορίτσια, γέρνουν στα γιασεμιά τους κι αφανίζονται
Μένει ένα ρυάκι να τα εξιστορήσει μα έσκυψαν να πιουν εκεί
ακριβώς οι νύχτες
Μεγάλα περιστέρια και μεγάλα αισθήματα καλύπτουν τη σιγή τους
Φαίνεται πως το τέτοιο πάθος τους είναι ανεπανόρθωτο
Και κανείς δεν ξέρει αν έρθει ο πόνος να γδυθεί μαζί τους
Σπανίζουνε οι παγίδες, άστρα γνέφουνε στους εραστές τα μάγια τους
Όλα σκιρτούνε, συσπειρώνονται - ήρθε φαίνεται πια η αθανασία
Που ζητάνε τα χέρια σφίγγοντας τη μοίρα τους που άλλαξε σώμα
κι έγινε άνεμος
Δυνατός - η αθανασία φαίνεται ήρθε.

[...β', γ', δ', ε', ς'...]

ζ'
[....]
Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι
στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο
γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη

Κρεμασμένος απ' τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια
παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν
στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή
ανεξάντλητη
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.


Προσανατολισμοί, Οδυσσέα Ελύτη
Εκδόσεις Ίκαρος, 1966


(φωτ: users.dra.sch.gr)
.

Ετικέτες , , ,

4/15/2009 0 comments

Κυριακή, 05 Απριλίου 2009

99 ~ o Nίκος Καββαδίας στον Απόστολο Μελαχρινό

***

Έχω μια πίπα
Στον ποιητή Απ. Μελαχροινό

Έχω μια πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
όπου πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ' εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.

Και μου 'πε αυτός πως μια φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη - λέει - αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μια ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μες στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτο Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μια γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο να αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να 'χει μια πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.

Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: "Θα 'ναι μαγική". Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;

.

Ετικέτες

4/05/2009 2 comments

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

98 ~ ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε στον Λόρδο Βύρωνα

Johann Wolfgang Goethe for Lord George Gordon Byron

***

Στο Λόρδο Βύρωνα
1829

Παλικάρι γερό, συμβουλάτορας πρώτος,
αγαπάει τους Έλληνας τόσο'
Η ευγένεια του λόγου κι οι γενναίες οι πράξεις
του γιομίζουν τα μάτια του δάκρυα.
... το λατρεύει, αγαπάει το μαχαίρι
το τουφέκι χαρά τόνε λούζει.
Χύνεται, όπως λαχταράει η καρδιά του
στους στρατούς τους γενναίους!
Τώρα αφήστε τον μες στην Historia
και δαμάσατε κάθε σας πόθο!
Σ' αυτόν μένει αιώνια η Gloria
και σε μας μένουν μόνο τα δάκρυα!

μτφ: Γ. Καμπύσης


από την Ανθολογία Γερμανικής Ποίησης 1749-1921
εκδ. Εκάτη, 2001

.

Ετικέτες

3/25/2009 0 comments

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

97 ~ ο Ιωάννης Χριστόπουλος για τον Χαρτ Κρέην

στον ποιητή Χάρτ Κρέην



"πόσα ξημερώματα παγωμένα απ' το πλάγιασμα στα κύματα
τα φτερά του γλάρου θα βουτούν και ψηλά θα τον πηγαίνουν
σκορπώντας λευκούς κρίκους θορύβου, δημιουργώντας ψηλά
πάνω απ' τα νερά του αλυσοδεμένου κόλπου Ελευθερία"

[Χάρτ Κρέην, η γέφυρα του μπρούκλιν]



Ε ποιητή Χάρτ Κρέην!
σε φωνάζω από μια άκρη της Μεσσογείου
που πολλοί και κανείς δεν την ξέρει,
που ο ήλιος και η βροχή αναγνωρίζουν
τις συμπαθιές τους,
που η γη ταράζεται από την ορμή των ηφαιστείων.
Χάρτ Κρέην,
τα λιμάνια μας τα πολιορκούν πειρατές,
τις ακροπόλεις μας τις διαγουμίζουν
φθονεροί ορνιθογέρακες,
τους ναούς μας τους βεβηλώνουν
με ανίερες θυσίες,
οι προφήτες μας δεν έχουν τι να πούν
και ξημεροβραδιάζονται στα παράθυρα των
ειδήσεων.
ποιητή Χάρτ Κρέην,
απόψε σου προσφέρω ένα ποτό
και σε καλώ ν' ακούσεις το νυφικό θρήνο μας,
για το ξεπούλημα του νερού μας,
για την αγανάκτιση των φοιτητών
της ονειρικής επιστήμης,
για τις απέραντες σιωπές του βουλευτηρίου,
για τις παράτονες μπάντες κάτω από τη βροχή,
για το μνημείο των ενδόξων μας νεκρών
που λεηλατήθηκε από τους άδοξους κυβερνήτες μας.
Ε ποιητή Χάρτ Κρέην !
έχει ακόμα η θάλασσα χώρο
για ένα ταξίδι;


από
το site stixoi.info
.

Περισσότερα για τον Χαρτ Κρέην:
=
χωρίς άλλη αναβολή
=
gay βιβλιογραφία στα ελληνικά

Ετικέτες

3/16/2009 0 comments

Σάββατο, 07 Μαρτίου 2009

96 ~ ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν

Andreas Embirikos for André Breton

***

Ο Ανδρέας Μπρετόν

Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης
στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή
των υψηλών Ιμαλαΐων
με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος
καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!

Ηρωικό πουλί της οικουμένης
που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων
δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη,
μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!

Φανατικό πουλί της οικουμένης
γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία
όρθιο μες στα φτερά
σου ανοιγο­κλείνεις
πάντα με βεβαιότητα το μάτι!


από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας
του
Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη
εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970
.

Ετικέτες ,

3/07/2009 0 comments

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

95 ~ ο Tζον Μίλτον στον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

John Milton for William Shakespear

***

Χρόνια, καιροί, και κόποι και φροντίδες
του Σαίξπηρ ένα μνήμα δεν εχτίσαν'
μα θα 'φταναν γι' αυτόν οι Πυραμίδες;

Της Φήμης κληρονόμε! Το μνημείο
που αδύναμα τα χέρια μας δε στήσαν,
το 'στησες μόνος άφθαστο και θείο.

μτφ: Μανώλης Μαγκάκης

.
2/27/2009 0 comments

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

94 ~ ο Άδωνης για τον Αμπού Νουάς

Adonis for Abu Nuwas

***

Αμπού Νουάς

Γλώσσα - γητειά / λέξεις - αίμα
κι ο ουρανός τρίστρατο
κι εγώ διαβάτης
στον ουρανό σκουντουφλάω.

μτφ: Ελένη Κονδύλη-Μπασούκου


από τo βιβλίο "Άδωνης, Οι αναλογίες και οι αρχές
εκδ. Ελληνικά γράμματα, 2003

.

Ετικέτες ,

2/18/2009 0 comments