ποίημα για σένα

ποίημα για σένα

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

232 ~ ο Άγγελος Σικελιανός για τον Φρειδερίκο Μιστράλ

Angelos Sikelianos for Frédéric Mistral

***

Ο ύπνος του Μιστράλ

Τα λαμπρά βόδια, στριφτοπόδα, πάνε,
ξεσέρνοντας αργά τη νεκροφόρα
με τ' άγιο λείψανό Σου· κ᾿ έρμη η χώρα
απ' τους πιστούς Σου, που σκυφτοί ακλουθάνε,
την φωτεινήν αποζητάει φωνή τους,
καθώς, σαν τα κεντάει με τη βουκέντρα
βαθιά ο ζευγάς — κι αυτά δε μουκανιώνται
με πλέριο αχόν ανάμεσα στα δέντρα...

Όμως τα γερατειά Σου τ' ανθοφόρα,
που στης ζωής Σου ρέψανε τη ρίζα,
σα μυγδαλιάς, από προσήλια μπόρα,
είδαν τη γη Σου απάρθενη, ορθοβύζα,
στου Ύπνου Σου τ' άκουσμα, βαθιά να νιώσει
της Δόξας τον αθάνατον ιχώρα...

Τι αν, απ' τους βάλτους της Καμάργας ίσια
με της Άρλης τα ρείπια, αχολογάνε
οι καμπάνες, αργά, στα ερημοκκλήσια;
Ρετσίνι αδρό, ευωδάν τα κυπαρίσσια!
Κι ολόγυρα, βυζαίνοντας, βογκάνε
τα χρυσά πρωτοξάνοιχτα μελίσσια!

Και να' οι παρθένες δε μοιρολογάνε.
Μα εκεί που βλογημένος φέρνει ο δρόμος,
όπου άφοβο πατάει και το κοτσύφι,
στα μονοπάτια που θρασεύει ο φλόμος,
το «Χαίρε» λέοντας, προς την Άγια Νύφη,
προς εσένα το «Χαίρε» προβοδάνε...

Ω! πόσο ευλογητό το κοιμητήρι
που θα δεχτεί τη μνήμη Σου — ως το μαύρο
του βασιλόπουλου Ποιητή ποτήρι,
του Κητς που, στα κατάβαθα χωμένο
της γης, επόθησε να πιει — απ' το λάβρο
μύρο κι απ' το τραγούδι Σου αδρωμένο!

Τι αν αγρυπνάν για Σε τα μοναστήρια;
Τι το 'να τ' άλλο στα χωριά αν ξυπνάνε
το πένθος οι εκκλησιές στα σημαντήρια;
Τι αν ο αχός, λιγοθυμώντας φτάνει;
Το Ηλιοβασίλεμά Σου, όπως τα μύρια
πουλιά, που πάνε να κουρνιάσουν, κάνει
απ' το κελάηδισμα, ένα συντριβάνι,
τα κυπαρίσσια, θεία, ν' αχολογάνε!

συλλογή Νέκυια, Α' (1910-1925)


Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος - τόμος Β'
εκδ. Ίκαρος, 1981


ακόμα:
- o Άγγελος Σικελιανός στο γράμμα σε χαρτί
- o Φρειδερίκος Μιστράλ στο ταξιδεύοντας
.

Ετικέτες

11.10.13 0 comments

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

220 ~ ο Άγγελος Σικελιανός για τον Λορέντζο Μαβίλη (β)

***

Μαβίλης

Εν δε φάει και όλεσσον
ΟΜΗΡΟΣ

«Στο φως θανάτωσέ με!» Όμοιος ο Αίαντας,
μορφή του Ολύμπου, αντίκρισε τη Μοίρα...
Τα ογρά γλαυκά του μάτια τον αγνάντεψαν
το Θάνατο να του φωτάει τη Λύρα,
στου Γαριβάλδη το άλικο το φόρεμα
σα γύρεψε την ηρωική πορφύρα!

Αγαλματένια η Ηθική• και πύργωνε
το λόγο του μεστή από Νου η Πατρίδα.
Ύστερη λάμψη στα μεγάλα μάτια του,
τα κουρασμένα, η εχθρική λεπίδα...
Μα ήταν ογρά, όπως όλοι τον γνωρίσαμε,
σα ν' αναβράαν μιαν άσωτην ελπίδα!

Στην πλάνη ομπρός γυμνός εστάθη αντίμαχος,
νους και κορμί, και μιαν ολύμπια χάρη,
σα νέφι θείο, τη δύναμή του σκέπαζε,
μαζί Σοφό, Ποιητή και Παλικάρι!
Σε μέταλλο σκληρό μα απαλοφάνταστο
ξανάχυσεν ατσάλι και λογάρι!

Το μεγάλο κορμί Σου, ομπρός στα Γιάννενα,
κι ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων,
ας είναι αρχή ν' ανοίξει η Πύλη διάπλατα
του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων!
Κι ας Σου κάμουν οι νιοι το νεκροκρέβατο
με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων,

να σε φέρουν, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα,
σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη.
Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε
να Σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη...
Απλός στρατιώτης κ' εγώ, σκύβω δίνοντας
τον ύστερο ασπασμό σ' Έσέ, Μαβίλη!


Άγγελου Σικελιανού, Λυρικός Βίος τόμος Β'
εκδόσεις Ίκαρος, 1981

.

Ετικέτες ,

6.4.13 1 comments

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

219 ~ ο Άγγελος Σικελιανός στον Λορέντζο Μαβίλη (α)

***

Πορτραίτο του Μαβίλη

Να κατεβείς λαγκάδια, να περάσεις
νερά τρεχάμενα, πλατάνια, πεύκα, να 'ναι
χάρισμα η ζωή απ' αθάνατα στοιχεία'
με το χέρι κάθε καρπό να φτάσεις,

κερασιές, μυγδαλιές, όσα περνάνε
σε μια βουνίσια απάρθενη ησυχία,
κι από 'να ξάγναντο γλυκό ανηφόρι
της θάλασσας να ιδείς την ευτυχία!...

Και να 'σαι 'κειος που τόσον έχει ζήσει
που το μέλι το γεύεται απ' το βάτο,
θύμο, βάρσαμο, αφάνα, ως το μελίσσι...

Και, μες οτο μεσημέρι το φλογάτο,
να 'σαι σαν ο ήλιος να 'χει πάει να δύσει
- να 'ν' ο μισός στο πέλαγο αποκάτω...


Άγγελου Σικελιανού, Λυρικός Βίος τόμος Β'
εκδόσεις Ίκαρος, 1981

.

Ετικέτες ,

24.3.13 0 comments

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

59 ~ ο Άγγελος Σικελιανός στον Τζων Κητς

Aggelos Sikelianos for John Keats

***

Γιάννης Κητς

"Κλώνος του Απόλλωνα το χέρι,
πλατάνου κλώνος λείος και τροφαντός,
απλωμένος επάνω σας να φέρει
την αμβροσία, γαλήνη του παντός."

Στης Πύλου τον πλατύ γιαλό το φωτεινό, στοχαζόμουν
να φτάνεις συντροφιά μου,
με το καράβι τ' αψηλό του Μέντορα, αραγμένο αργά
στην αγκαλιά της άμμου.

Δεμένοι με των εφήβων, που πέτονται με τους θεούς,
φτερουγιαστή φιλία,
προς τα θρονιά να βαίνομε τα πέτρινα, οπού ο καιρός
κι' ο λαός εκάμαν λεία,

τον άντρα ν' αντικρύσουμε, που και στην τρίτη γενεάν
ατάραχα εκυβέρνα,
και για ταξίδια ο λόγος του και γι' άγιες γνώμες μέστωνε
στα φρένα, όσον εγέρνα.

Στης τριέτικης προς τους θεούς δαμάλας να βρεθούμε, αυγή,
και τη θυσία παρέκει,
ν' ακούσουμε τη μια κραυγή που σύρανε οι τρεις κόρες του
σα βούισε το πελέκι,

την αργογύριστη ματιά, τη μαυροτσίνορη, άξαφνα
στα σκότη πνίγοντάς τη,
με των κεράτων άνεργο το μισοφέγγαρο το αχνό,
περίχρυσο που επλάστη.

Τ' απάρθενό σου το λουτρό σαν αδερφή τον αδερφό
η αγάπη μου λογιάστη,
σύντας γυμνό θα σ' έλουζε και μ' όμορφο θα σ' έντυνε
χιτώνα η Πολυκάστη.

Να σε ξυπνώ, στοχάζομουν, με το ποδάρι σπρώχνοντας,
σύντας αυγή χαράξει,
την ώρα να μη χάνομε, ζεμένον αφού προσδοκάει
το φωτεινόν αμάξι'

κι' ολημερίς με τη σιωπήν ή με το λόγο τον απλόν,
οπού έρχεται και πάει,
να κυβερνάμε τ' άλογα, οπού όλο σειούνε το ζυγό
στόνα και στ' άλλο πλάι.

Μα πιότερο εστοχάζομουν, σύντας τα μάτια σου τα δυο,
που τάχες σαν αλάφι,
στου Μενελάου τα δώματα θ' αποξεχνιώνταν στο χαλκό
και στο λαμπρό χρυσάφι

και θα τηράγανε άσειστα, βυθίζοντας τα σε βυθόν
αγύριστο στη μνήμη,
τα κεχριμπάρια τα βαριά, το φλώρο ή τ' άσπρο φίλντισι,
το ιστορισμένο ασήμι.

Στοχάζομουν, σα σκύβοντας στ' αυτί θα σούλεγα μ' αργή
φωνή χαμηλωμένη:
"Κράτει τα μάτια σου, ω καλέ, γιατί σε λίγο θα φανεί
στα μάτια μας η Ελένη,

αγνάντια μας θα να φανεί του Κύκνου η κόρη η μοναχή,
σε λίγο, εδώ μπροστά μας,
και τότε πια βυθίζουμε στον ποταμό της Λησμονιάς
τα βλέφαρά μας".

Έτσι μου ανάφαινες λαμπρός, όμως ποιοι μ' έφεραν σε σε
χορταριασμένοι δρόμοι!
Τα πύρινα εκατόφυλλα που σόστρωσα στον τάφο σου,
κι' ανθεί για σένα η Ρώμη,

μου δείχτουνε τα ολόχρυσα τραγούδια σου, σαν τα κορμιά
που αδρά κι' αρματωμένα
σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κυττάς τα ακέρια κι' ως κυττάς
βουλιάζουνε χαμένα -

κι' όλο τον άξιο θησαυρό το Μυκηναίο, που λόγιαζα
να πίθωνα μπροστά σου,
τα κύπελλα και τα σπαθιά και τα πλατιά διαδήματα -
και στη νεκρή ομορφιά σου

μια προσωπίδα ωσάν αυτή που σκέπασε των Αχαιών
το βασιλιά αποκάτου,
ολόχρυση και ολότεχνη, πελεκητή με το σφυρί
στο αχνάρι του θανάτου!


[Αφροδίτη ουρανία]
από το Αντίδωρο
εκδ. Γαλαξία, 1961

Ετικέτες

24.4.08 2 comments

Παρασκευή 25 Μαΐου 2007

11 ~ ο Άγγελος Σικελιανός στη Μαρία Πολυδούρη

***

Στη Μαρία Πολυδούρη

Μη στοχαστείς πως ήρτα αργά κοντά σου. Είναι κρυφός
ο δρόμος μου και δεν τον ξέρουν οι άλλοι.
και χρόνια τώρα, ανήξερά Σου, είμαι για Σένα ο αδερφός,
οπού Σου σιάζει μυστικά το προσκεφάλι...

Κι’ αν απ’ την όχτη φαίνεται πως έρχομαι, όπου τη νευρή
των τόξων μου τανύζω
με πείσμα, ενάντια στην οκνιά που με κυκλώνει τη μιαρή,
μα αληθινά, γυρίζω

από την όχτην όπου ανθούν οι θείοι μονάχα ασφοδελοί
κι’ όπου σαλεύει μόνο
όποια μορφή αναδύθηκε για μένα ως πλέρια ανατολή
μέσ’ απ’ τον τέλειο πόνο...

Εκείθεν’ έρχομαι σ’ Εσέ, που ο θάνατός μου κ’ η ζωή
διπλό μου φέγγει αστέρι.
μα γίνοντ’ ένα μέσα μου και τα τυλίγει μια πνοή
σα Σου κρατώ το χέρι,

και συλλογιέμαι πως δεν ήρτα αργά κοντά Σου (με το φως
ή το σκοτάδι αν πρόλαβα), τι φτάνω απ’ τ’ ακρογιάλι
αυτών που μ’ ετοιμάσανε να Σού ‘μαι ο άξιος αδερφός,
και νά ‘μαι πλάι Σου πάλι...
.

Ετικέτες ,

25.5.07 0 comments