ποίημα για σένα: Ιουλίου 2007

ποίημα για σένα

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2007

23 ~ ο Ραφαέλ Αλμπέρτι στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Rafael Alberti for Federico Carcía Lorca

***

Στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
ποιητή απ' τη Γρανάδα


Τούτη τη νύχτα όπου ο σουγιάς τ' ανέμου
μπήγεται στο καλοκαιριού το πτώμα,
στην κάμαρα μου να διαγράφεται είδα
σκούρα η κατατομή σου του τσιγγάνου.

Ανθόκηπος. Ξιφίες των ποταμιών,
κόκκινοι απ' των ανθών το γάργαρο αίμα.
Πικροδάφνες. Καλύβια. Λιβαδότοποι.
Και στα βουνά, ψηλά, ληστές σαράντα.

Σε μιας ελιάς εξύπνησες τον ίσκιο,
δίπλα απ' το νιο λουλούδι των ασμάτων.
Γη κι αγέρας, σκλαβώθηκε η ψυχή σου...

Παρατώντας, γλυκούλα, τους βωμούς της,
έκαψε μπρος σου μια ανεμώνη - τάμα
των λαϊκών μας τραγουδιών η μούσα.

μτφ: Ηλίας Ματθαίου


I
En esta noche en que el puñal del viento
acuchilla el cadáver del verano,
yo he visto dibujarse en mi aposento
tu rostro oscuro de perfil gitano.

Vega florida. Alfanjes de los ríos,
tintos en sangre pura de las flores.
Adelfares. Cabañas. Praderíos.
Por la sierra, cuarenta salteadores.

Despertaste a la sombra de una oliva,
junto a la pitiflor de los cantares.
Tu alma de tierra y aire fue cautiva...

Abandonando, dulce, sus altares,
quemó ante ti una anémona votiva
la musa de los cantos populares.

A Federico García Lorca,
Poeta de Granada

.

Ετικέτες ,

14.7.07

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2007

22 ~ ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα στον Ουώλτ Ουίτμαν

Federico García Lorca for Walt Witman

***

Ωδή στον Γουόλτ Χουίτμαν

Αγωνία, αγωνία, όνειρο, ζύμη και όνειρο.
Αυτός είναι ο κόσμος, φίλε μου, αγωνία, αγωνία.
Οι νεκροί σαπίζουν κάτω απ' το ρολόι των πολιτειών,
διαβαίνει ο πόλεμος θρηνώντας μ' ένα εκατομμύριο γκρίζους ποντικούς,
οι πλούσιοι χαρίζουνε στις αγαπητικές τους
μικρούς αστραφτερούς ετοιμοθάνατους,
κι η ζωή δεν είναι ευγενική, μήτε καλή, μήτε ιερή.

Αν θέλει, ο άντρας δύναται τον πόθο του να οδηγήσει
μες από φλέβα κοραλλιού ή ουράνιο γυμνό.
Αύριο οι αγάπες θα είναι βράχια και ο Χρόνος
μια νυσταγμένη αύρα που έρχεται μέσ' από τα κλαριά.

Να γιατί δεν υψώνω τη φωνή, μου γέρο Γουόλτ Χουίτμαν,
ενάντια στο που γράφει
τ' όνομα ενός κοριτσιού στο μαξιλάρι του,
μήτε ενάντια στο αγόρι που φορά το νυφικό
στο σκοτάδι της ντουλάπας,
μήτε ενάντια στους μονήρεις των καζίνων
που πίνουνε με σιχασιά της πορνείας το νερό,
μήτε ενάντια στους άντρες με την πράσινη ματιά
που γλυκοθωρούν τον άντρα και τα χείλη τους τα καίγουν σιωπηλά.
Όμως ενάντια σε σας, κίναιδοι των πολιτειών,
με την πρησμένη σάρκα και μαγαρισμένη τη σκέψη,
βόρβοροι των οχετών, στρίγγλες, ακοίμητοι εχθροί
του Έρωτα που σκορπίζει κορόνες χαράς.

Πάντοτε ενάντια σε σας, που δίνετε στ' αγόρια
σταλαγματιές αισχρού θανάτου με πικρό φαρμάκι.
Πάντοτε ενάντια σε σας,
Φαίρυς της Βόρειας Αμερικής,
Παχάρος της Αβάνας,
Χότος του Μεξικού,
Σαράσας του Καντίθ,
Άπιος της Σεβίλης,
Κάνκος της Μαδρίτης,
Φλόρας της Αλικάντης,
Αντελάιντας της Πορτογαλίας.

Κίναιδοι όλου του κόσμου, δολοφόνοι των περιστεριών!
Σκλάβοι της γυναίκας, σκύλες του μπουντουάρ τους,
ολάνοιχτοι στις πλατείες με τον πυρετό της βεντάλιας
ή παγιδευμένοι στα παγωμένα τοπία του κώνειου.

Κανένα έλεος! Ο θάνατος
τρέχει απ' τα μάτια σας,
και συνάζει άνθη γκρίζα στην όχθη του βούρκου.
Κανένα έλεος! Προσοχή!
Οι σαστισμένοι, οι αγνοί,
οι κλασικοί, οι σημαίνοντες, οι ικέτιδες
ας κλείσουν τις πύλες της κραιπάλης.

Κι εσύ, ωραίε Γουόλτ Χουίτμαν, κοιμού στου Χούντσονα τις όχθες
με τα γένια στραμμένα στον πόλο και τα χέρια ανοιχτά.
Άργιλος τρυφερός ή χιόνι, η γλώσσα σου καλεί
τους συντρόφους που ξαγρυπνούν στην ασώματη γαζέλα σου.
Κοιμού, τίποτε δεν απομένει.
Χορεύοντας οι τοίχοι αναταράζουν τα λιβάδια
και πνίγεται η Αμερική από θρήνο και μηχανές.
Θέλω ο σφοδρός αγέρας της πιο τρίσβαθης νύχτας
να παρασύρει άνθη και λέξεις απ' το γεφυρότοξο όπου κοιμάσαι,
κι ένας μικρός αράπης ν' αναγγείλει στους λευκούς του χρυσού
τον ερχομό της βασιλείας του σταχυού.

μτφ: Κλείτος Κύρου


(από το βιβλίο "Ξένες Φωνές"
εκδ. Κέδρος, 1978)


Oda a Walt Whitman
Por el East River y el Bronx


los muchachos cantan enseñando sus cinturas,
con la rueda, el aceite, el cuero y el martillo.
Noventa mil mineros sacaban la plata de las rocas
y los niños dibujaban escaleras y perspectivas.

Pero ninguno se dormía,
ninguno quería ser el río,
ninguno amaba las hojas grandes,
ninguno la lengua azul de la playa.

Por el East River y el Queensborough
los muchachos luchaban con la industria,
y los judíos vendían al fauno del río
la rosa de la circuncisión
y el cielo desembocaba por los puentes y los tejados
manadas de bisontes empujadas por el viento.

Pero ninguno se detenía,
ninguno quería ser nube,
ninguno buscaba los helechos
ni la rueda amarilla del tamboril.

Cuando la luna salga
las poleas rodarán para turbar el cielo;
un límite de agujas cercará la memoria
y los ataúdes se llevarán a los que no trabajan.

Nueva York de cieno,
Nueva York de alambres y de muerte.
¿Qué ángel llevas oculto en la mejilla?
¿Qué voz perfecta dirá las verdades del trigo?
¿Quién el sueño terrible de sus anémonas manchadas?

Ni un solo momento, viejo hermoso Walt Whitman,
he dejado de ver tu barba llena de mariposas,
ni tus hombros de pana gastados por la luna,
ni tus muslos de Apolo virginal,
ni tu voz como una columna de ceniza;
anciano hermoso como la niebla
que gemías igual que un pájaro
con el sexo atravesado por una aguja,
enemigo del sátiro,
enemigo de la vid
y amante de los cuerpos bajo la burda tela.
Ni un solo momento, hermosura viril
que en montes de carbón, anuncios y ferrocarriles,
soñabas ser un río y dormir como un río
con aquel camarada que pondría en tu pecho
un pequeño dolor de ignorante leopardo.

Ni un sólo momento, Adán de sangre, macho,
hombre solo en el mar, viejo hermoso Walt Whitman,
porque por las azoteas,
agrupados en los bares,
saliendo en racimos de las alcantarillas,
temblando entre las piernas de los chauffeurs
o girando en las plataformas del ajenjo,
los maricas, Walt Whitman, te soñaban.

¡También ese! ¡También! Y se despeñan
sobre tu barba luminosa y casta,
rubios del norte, negros de la arena,
muchedumbres de gritos y ademanes,
como gatos y como las serpientes,
los maricas, Walt Whitman, los maricas
turbios de lágrimas, carne para fusta,
bota o mordisco de los domadores.

¡También ése! ¡También! Dedos teñidos
apuntan a la orilla de tu sueño
cuando el amigo come tu manzana
con un leve sabor de gasolina
y el sol canta por los ombligos
de los muchachos que juegan bajo los puentes.

Pero tú no buscabas los ojos arañados,
ni el pantano oscurísimo donde sumergen a los niños,
ni la saliva helada,
ni las curvas heridas como panza de sapo
que llevan los maricas en coches y terrazas
mientras la luna los azota por las esquinas del terror.

Tú buscabas un desnudo que fuera como un río,
toro y sueño que junte la rueda con el alga,
padre de tu agonía, camelia de tu muerte,
y gimiera en las llamas de tu ecuador oculto.

Porque es justo que el hombre no busque su deleite
en la selva de sangre de la mañana próxima.
El cielo tiene playas donde evitar la vida
y hay cuerpos que no deben repetirse en la aurora.

Agonía agonía, sueño, fermento y sueño.
Éste es el mundo, amigo, agonía, agonía.
Los muertos se descomponen bajo el reloj de las ciudades,
la guerra pasa llorando con un millón de ratas grises,
los ricos dan a sus queridas
pequeños moribundos iluminados,
y la vida no es noble, ni buena, ni sagrada.

Puede el hombre, si quiere, conducir su deseo
por vena de coral o celeste desnudo.
Mañana los amores serán rocas y el Tiempo
una brisa que viene dormida por las ramas.

Por eso no levanto mi voz, viejo Walt Whítman,
entra el niño que escribe
nombre de niña en su almohada,
ni contra el muchacho que se viste de novia
en la oscuridad del ropero,
ni contra los solitarios de los casinos
que beben con asco el agua de la prostitución,
ni contra los hombres de mirada verde
que aman al hombre y queman sus labios en silencio.
Pero sí contra vosotros, maricas de las ciudades,
de carne tumefacta y pensamiento inmundo,
madres de lodo, arpías, enemigos sin sueño
del Amor que reparte coronas de alegría.

Contra vosotros siempre, que dais a los muchachos
gotas de sucia muerte con amargo veneno.
Contra vosotros siempre,
Faeries de Norteamérica,
Pájaros de la Habana,
Jotos de Méjico,
Sarasas de Cádiz,
Apios de Sevilla,
Cancos de Madrid,
Floras de Alicante,
Adelaidas de Portugal.

¡Maricas de todo el mundo, asesinos de palomas!
Esclavos de la mujer, perras de sus tocadores,
abiertos en las plazas con fiebre de abanico
o emboscadas en yertos paisajes de cicuta.

¡No haya cuartel! La muerte
mana de vuestros ojos
y agrupa flores grises en la orilla del cieno.
¡No haya cuartel! ¡Alerta!
Que los confundidos, los puros,
los clásicos, los señalados, los suplicantes
os cierren las puertas de la bacanal.

Y tú, bello Walt Whitman, duerme a orillas del Hudson
con la barba hacia el polo y las manos abiertas.
Arcilla blanda o nieve, tu lengua está llamando
camaradas que velen tu gacela sin cuerpo.
Duerme, no queda nada.
Una danza de muros agita las praderas
y América se anega de máquinas y llanto.
Quiero que el aire fuerte de la noche más honda
quite flores y letras del arco donde duermes
y un niño negro anuncie a los blancos del oro
la llegada del reino de la espiga.

.

Ετικέτες

8.7.07

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2007

21 ~ ο Γιώργος Χρονάς για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι

Giorgos Chronas for Pier Paolo Pasolini
***

Ο Παζολίνι στη Ραφήνα
Δεν ήρθα για να διδάξω
κινηματογράφο, φιλοσοφία ή την τέχνη της ποιήσεως.
αναζητώ τις κεφαλές των μαθητών του Χριστού
σ' αυτούς τους Ρωσοπόντιους
στα παιδιά από την Ήπειρο.
Μου μίλησαν για ένα γκαρσόνι
που δουλεύει λαντζέρης σε ταβέρνα
και μοιάζει με Κείνον.
Τα δάκρυα της μάνας του
δεν θα δω.
Τους θρήνους της δεν θ' ακούσω.
Ήχοι από πλοία που φεύγουν
ματιές από πρωινούς ταξιδιώτες
και η Μαρία Κάλλας να κατεβαίνει
από Μερσεντές.
Καλώς ώρισες Μαρία!
Εδώ είναι η χώρα σου.
Εδώ ο λαός σου που δεν σε ξέρει.
Μην λυπάσαι. Αναπαύσου.
Περπάτησε στην παραλία μαζί μου.
Άσε τον οδηγό σου στο αμάξι.
Τις βαλίτσες, θα τις κατεβάσω εγώ.
Πώς ήταν το ταξίδι;
Δες τα σπίτια, πίσω από τον γκρεμό.
Τους γλάρους.
Ανέβα τώρα στην βάρκα.
Έχουμε δρόμο να κάνουμε μέχρι τους Πεταλιούς.
Εγώ θα περπατώ στα κύματα
κι εσύ θα με βλέπεις.
Η άμμος που θα μας δεχτεί
θα είναι καυτή.
Το βράδυ θα μιλήσουμε γι αυτά που επιθυμείς
τρώγοντας, υπό το φως των κεριών,
στο τραπέζι της φιλοξενίας
θ΄ακούσουμε τους Έλληνες φίλους μας.
Οι μουσικές που ζητάμε
δεν γράφτηκαν ακόμη.
Τα κρασιά που πίνουμε μεθάνε.
Το άνοιγμα της σαμπάνιας θα ηχήσει σαν πυροβολισμός
σε στρατιές πεινασμένων
σε κυνηγημένους ελέφαντες στην Κένυα.

Παντρεύεται ο δούλος του Θεού Πέτρος Παύλος Παζολίνι
την δούλη του Θεού Μαρία.
Μαρία, μεγάλη η χάρη σου
και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου.
Όχι, όχι δεν είναι για μας.
Εμείς γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε
...............μου είχες πει.
Δεν είναι λόγια από όπερα
αλλά από κάποιο έργο του Ευριπίδη.
Θέλω το ευτελέστερο πρόσωπο
για να το υπηρετήσω.
Για να εξευτελιστώ, Μαρία.

Γιατί, Πιερ Πάολο;

(από τα βιβλία
Κατάστημα νεωτερισμών - εκδ. οδός Πανός, 1997
και
99 Ποιήματα - εκδ. οδός Πανός, 1999

.

Ετικέτες ,

5.7.07

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

20 ~ η Άννα ντε Νοάιγ για τους Φρανσουά Βιγιόν, Πωλ Βερλαίν και Χάινριχ Χάινε

Anna de Noailles for François Villon,
Paul Verlain & Heinrich Heine

***

Οι σκιές
Όταν πια θα 'μαι κουρασμένη
εδώ να ζω μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα που 'ναι
οι ποιητές και καρτερούνε
με το βιβλίο τους.

François Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ' επόνει,
όταν σ' επρόσμενε η αγχόνη
κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Παν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο, με κρασί,
pauvre Lelian;

Και τέτοιο αν είχες ριζικό, ΄
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
Ερίκε Χάινε,
ούτ' έτσι ωραίο σαν το δικό σου,
στα χέρια μου το μέτωπο σου
γείρε και πράυνε.

Εμένα διάβηκε η ζωή
όλη ένα δάκρυ, απ' το πρωί
έως την εσπέρα.
Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει,
παρά, θεοί μου αγαπημένοι,
να 'ρθω εκεί πέρα.

μτφ: Κώστας Καρυωτάκης

- από το βιβλίο Άπαντα Καρυωτάκηεκδ. Στρουμπούκη, 1981

* * *

Οι σκιές

Όταν αποσταμένη απ' την πολλή δουλειά
και με γεμάτη δάκρυα την καρδιά
θε να με θάψουνε στη γη την κρύα,
θα πάω στη χώρα των Σκιών, εκεί
που 'ν' οι τραγουδιστάδες οι καλοί
με τα λαμπρά τους τα βιβλία.

Φρανσουά Βιγιόν, ω λατρευτή σκιά,
που σαν το γρύλλο μεσ' στην αυλακιά
εσκόρπαγες το κρυφοτράγουδό σου,
δε μπόρεσα να σφίξω στην καρδιά
τα χέρια σου όταν σ' έσερναν θηλιά
να βάλουν στο λαιμό σου.

Βερλαίν, που πάς τρικλίζοντας βαριά,
με πόδια σαν του Πάνα μαλλιαρά,
και τραγουδάς καθώς εκείνος, πέ μου,
πάντοτες είσαι θείος κι' απλός εσύ,
απ' οίστρο μεθυσμένος και κρασί,
άγιε Βερλαίν, καλέ μου;

Κι εσύ οπού της μοίρας το γραφτό
να γίνει δε μπορούσε πιο σκληρό
μα ούτε και πιο ωραίο απ' το δικό σου,
φτωχέ μου Ερρίκε Χάϊνε, τώρα εδώ,
για να σκεφτούμε λίγο εμείς οι δύο,
βάλε στα χέρια μου το μέτωπό σου.

Κι εγώ που μεσ' του κόσμου τα δεινά,
τρέλες και δάκρυα ένιωσα πολλά,
όσο κανένας δεν μπορεί να δοκιμάσει
αφήστε η κουρασμένη μου ψυχή,
ώ θεοί μου έτσι σοφοί κι έτσι τρελοί,
κοντά σας να ησυχάσει.

μτφ: Γιώργης Σημηριώτης
- από το βιβλίο Γαλλική ανθολογία 1750-1950εκδ. Χρυσή Δάφνη, 1954

Les ombres
Quand ayant beaucoup travaille
J' aurai, le cœur de pleurs mouille
Cesse de vivre,
J ' irai voir le pays ou sont
Tous les bons faiseurs de chansons
Avec leur livre.

Chere ombre de Francois Villon
Qui, comme un grillon au sillon,
Te fis entendre,
Que n'ai-je pu presser tes mains,
Quand on voulait sur les chemins
Te faire pendre.

Verlaine qui vas titubant,
Chantant et semblable au dieu Pan
Aux pieds de laine,
Es-tu toujours simple et divin,
Ivre de ferveur et de vin,
Bon saint Verlaine ?

Et vous dont le destin fut tel
Qu'il n'en est pas de plus cruel,
Pauvre Henri Heine,
Ni de plus beau chez les humains,
Mettez votre front dans mes mains,
Pensons a peine.

Moi, par la vie et ses douleurs,
J 'ai goute l'ardeur et les pleurs
Plus qu'on ne l' ose...
Laissez que, lasse, pres de vous,
O mes dieux si sagas et fous,
Je me repose...

.
2.7.07