ποίημα για σένα: 207 ~ o Ντέρεκ Ουόλκοτ για τον Ιωσήφ Μπρόντσκι

ποίημα για σένα

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

207 ~ o Ντέρεκ Ουόλκοτ για τον Ιωσήφ Μπρόντσκι

Derek Walcott for Joseph Brodsky

***

Δάσος της Ευρώπης
για τον Ιωσήφ Μπρόντσκι

Τα τελευταία φύλλα έπεσαν σα νότες απ' ένα πιάνο
κι άφησαν τα οβάλ τους σχήματα ν' αντηχούν στ' αυτί'
με άκομψα αναλόγια, το χειμωνιάτικο δάσος
μοιάζει με άδεια ορχήστρα, οι γραμμές του
χαραγμένες στις σκόρπιες παρτιτούρες του χιονιού.

Χαλκόχρωμο στεφάνι τα φύλλα της βαλανιδιάς
αστράφτει μεσ' απ' το γυαλί τριγυρισμένο καφετιά τούβλα πάνω απ' το κεφάλι σου,
λαμπερό σαν ουίσκι, ενώ η χειμωνιάτικη ανάσα
στίχων του Μάντελσταμ, όπως τους απαγγέλλεις,
ανεβαίνει στον αέρα ολοφάνερα σαν τον καπνό του τσιγάρου.

«Το θρόισμα των ρουβλιών στον κιτρινιάρη Νέβα».
Κάτω απ' την εξόριστη γλώσσα σου, ξερά σαν κάτω από τακούνι,
οι βαθείς φθόγγοι τρίζουν σαν φύλλα φθινοπώρου,
στριφογυρίζει του Μάντελσταμ ο στίχος όλο φως
σ' ένα σκούρο δωμάτιο, στην έρημη Οκλαχόμα.

Υπάρχει ένα Αρχιπέλαγος Γκουλάκ
κάτω απ' αυτόν τον πάγο, όπου το αλάτι, μεταλλικό νερό
στο μακρύ Μονοπάτι των Δακρύων ρέει μεσ' απ' τις πεδιάδες αυτές
σκληρές κι ανοιχτές σαν τον βοσκού το πρόσωπο
ηλιοψημένο και θερισμένο με αξύριστο χιόνι.

Μεσ' απ' τους ψιθύρους της Συνέλευσης Συγγραφέων,
το χιόνι στροβιλίζεται όπως οι Κοζάκοι γύρω απ' το πτώμα
κουρασμένου Τσοκτάου, ώσπου ξεσπάει χιονοθύελλα
από συμβόλαια και έγγραφα και χάνουμε
από τα μάτια μας τον άνθρωπο για μια ιδέα.

Έτσι, κάθε άνοιξη τα κλαδιά αυτά γεμίζουν τα ράφια τους,
σαν βιβλιοθήκες με φύλλα που μόλις εκδόθηκαν,
ώσπου σαν σκουπίδια ανακυκλώνονται -το χαρτί στο χιόνι-
αλλά, στο απόγειο του πόνου, ένα μυαλό
αντέχει σαν αυτή τη βαλανιδιά με τα ελάχιστα ασύστολα φύλλα.

Όπως το τρένο περνούσε μπροστά απ' του δάσους τις μαρτυρικές εικόνες,
ο ήχος των πάγων που συγκρούονταν σαν αμαξοστοιχίες, έπειτα οι έλικες
των παγωμένων δακρύων, του σταθμού ο ατμός που στριγκλίζει,
τα εισέπνευσε σαν μια και μόνη ανάσα του χειμώνα,
που τα παγωμένα της σύμφωνα γίνανε πέτρες.

Είδε την ποίηση σε σταθμούς ξεχασμένονς
κάτω από σύννεφα απέραντα σαν την Ασία, μεσ' από περιοχές
που θα μπορούσαν να καταβροχθίσουν την Οκλαχόμα σαν σταφύλι,
όχι αυτά τα λιβάδια όπου τα δέντρα ρίχνουν τη σκιά τους αλλά ένα τοπίο
τόσο έρημο που γελοιοποιεί τον κάθε προορισμό.

Ποιο είν' αυτό το σκοτεινό παιδί στο προπέτασμα
της Ευρώπης, που κοιτάει το βραδινό ποτάμι να κόβει
τις χρυσές του λίρες σφραγισμένες με ισχύ, όχι με ποιητές,
τον Τάμεση και τον Νέβα να θροΐζουν σαν χαρτονομίσματα
κι έπειτα, μαύρο σε χρυσό, τα σχήματα του Χάντσον;

Από τον παγωμένο Νέβα στον Χάντσον κυλάει,
κάτω απ' του αεροδρομίου τους θόλους, τους σταθμούς που αντιβοούν,
ο παραπόταμος από μετανάστες που η εξορία
τους έκανε αταξικούς όπως ένα κοινό κρυολόγημα,
πολίτες μιας γλώσσας που είναι τώρα δική σου,

και κάθε Φλεβάρη, κάθε «τελευταίο φθινόπωρο»,
γράφεις μακριά από τους θεριστές
που δένουν το σιτάρι όπως ένα κορίτσι πλέκει τα μαλλιά της,
μακριά απ' τα κανάλια της Ρωσίας που τρέμουν στον ήλιο,
ένας άντρας που ζει με την αγγλική γλώσσα σ' ένα δωμάτιο.

Τα τουριστικά αρχιπέλαγα του δικού μου Νότου
είναι φυλακές κι αυτά, εύκολα διαφθείρονται, αλλ' αν και
δεν υπάρχει χειρότερη φυλακή απ' το να γράφεις στίχους,
τι είναι ποίηση, αν κάτι αξίζει,
παρά ένας στίχος που ο άνθρωπος περνάει από χέρι σε στόμα;

Από χέρι σε στόμα, μέσ' απ' τους αιώνες,
το ψωμί που βαστάει όταν τα συστήματα καταρρέουν,
όταν, στο δάσος του από συρματόπλεγμα κλαριά,
στριφογυρίζει ο φυλακισμένος μασώντας το στίχο
που η μουσική του θα κρατήσει περισσότερο απ' τα φύλλα,

που το απόσταγμά του είναι ο μαρμάρινος ιδρώτας
στα μέτωπα των αγγέλων, που ποτέ δεν θα στεγνώσει
ως που το Βόρειο Σέλας σβήσει τα φώτα-παγόνια
όπως αργά ανοίγει η βεντάλια από το Λος Άντζελες στο Αρχαγγέλσκ,
κι η μνήμη δεν χρειάζεται τίποτα να επαναλάβει.

Φοβισμένος και πεινασμένος, με θεϊκό πυρετό
ο Οσίπ Μάντελσταμ έτρεμε και με κάθε
μεταφορικό λόγο τον τράνταζε ένα ρίγος,
κάθε φωνήεν βαρύτερο από μια πέτρα σημαδούρα,
«το θρόισμα των ρουβλιών στον κιτρινιάρη Νέβα»,

αλλά τώρα αυτός ο πυρετός είναι μια φωτιά που η λάμψη της
ζεσταίνει τα χέρια μας, Ιωσήφ, όπως μουγκρίζουμε σαν πίθηκοι
ανταλλάσσοντας βαθύφωνα σ' αυτή τη χειμωνιάτικη σπηλιά,
σ' αυτό το καφετί σπιτάκι, ενώ έξω στις χιονοστιβάδες
τα μαστόδοντα πιέζουν το σύστημά τους κι ανοίγουν δρόμο μες στο χιόνι.

μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και
Στέφανος Παπαδόπουλος



από το βιβλίο Ντέρεκ Ουόλκοτ, Ποιήματα
εκδόσεις Καστανιώτη, 2006

.
3.10.12

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home