ποίημα για σένα: 113 ~ ο Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

ποίημα για σένα

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

113 ~ ο Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Roberto Fernández Retamar for Federico García Lorca

***

Επανόρθωση στον Φεδερίκο

Σ' ένα ποίημα, (εξ' άλλου πολύ κακό) μόλις διάβασα, και μου έκανε εντύπωση,
Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, που τόσα έχουν να πουν γι αυτή όσοι σε γνώρισαν'
Ότι δε μαγνητοφωνήθηκε η φωνή σου, και πως εκείνοι οι νέοι γερόντοι,
Εκείνοι που έχουν περάσει τα εξήντα κι αρχίζουν τώρα να εκλείπουν μαζικά,
Και που ήταν οι έκθαμβοι σου συνομήλικοι,
Παίρνουν πεθαίνοντας μαζί τους, εξαφανίζοντας από τη Γη την τελευταία θύμηση της φωνής σου.
Μέσα σε λίγον καιρό (ας πούμε άλλα τριάντα χρόνια),
Δεν θα μείνει κανείς πάνω στη Γη
Που να θυμάται πώς μιλούσες,
Τραγουδούσες,
Γελούσες,
Και πιθανώς έκλαιγες.
Η φωνή σου θα έχει λησμονηθεί για πάντα.

Έτσι και όλος εσύ θα έχεις λησμονηθεί
Σε τριακόσια,
Τρεις χιλιάδες
Ή τριάντα χιλιάδες χρόνια.
Μπορεί να έχει λησμονηθεί κι η ίδια η ιδέα της ποίησης,
Αυτή που εσύ ήσουν ο αφέντης της,
Που από το ένα μέρος φρόντιζες τις λέξεις
Κι από το άλλο την ψυχή.
Πρέπει, λοιπόν, να βιαστούμε
Να επανορθώσουμε αυτό που σου έγινε,
Όσο είναι ακόμα νωπός ο θάνατος σου.

Γιατί μετά από μια νεανική διαφώτιση,
Που σε περνούσαμε από χέρι σε χέρι, καμωμένο μόνο άνθρωπο, όπως ο Σωκράτης ή ο Λεονάρδο
(Οι άλλοι ήταν οι Ματσάδο, Ουναμούνο, Μαρτί, Νερούδα, Αλμπέρτι.
Μόνο ο Χουάν Ραμόν κι εσύ
Ήταν ο Χουάν Ραμόν κι ο Φεδερίκο)•
Μετά από τότε,
Έφτασαν οι άλλοι
Κι ήρθαν οι μέρες που σε αρνήθηκαν.
Τι αδικία, Φεδερίκο,
Τι αδικία -μπορεί αναγκαία: οι ζωντανοί να τρέφονται από τους πεθαμένους,
Αλλά χωρίς να το δηλώνουν.

Τώρα χρειάζεται να σου αποδώσουνε τιμές
Όχι μονάχα οι διαλέλτες
Κι αυτοί που γράφουν βιογραφίες και μελέτες,
Αλλά οι υπέροχοι νέγροι που αγάπησες και που αψηφούνε τους λευκούς και τα σκυλιά,
Οι δέκα χιλιάδες πόρνες που απειλούν να παρελάσουν στο Σαντιάγο της Χιλής,
Τα φτωχά διφορούμενα αγόρια, οι πενταποδαρούσες σαλαμάνδρες, ριγμένα έξω από τον κόσμο,
Οι πλεονάζοντες, οι εμβρόντητοι.
Και οι ποιητές.

Τώρα που θα έχουμε την ηλικία
Που είναι για πάντα η δική σου,
Αποτελεί μια πράξη δικαιοσύνης
Τόσο μοιραίας, τόσο απαραίτητης, όσο και η άλλη αδικία,
Να πούμε πως είχαμε δίκιο τότε, που μόλις βγαίναμε από την παιδική ηλικία,
Όταν το Φεδερίκο ήταν ένα ηλεκτρισμένο όνομα,
Μια φλόγα που αναβοσβήνει στο σκοτάδι,
Ένας θησαυρός, ένας αλησμόνητος φίλος που τον άρπαξε η νύχτα που μ' αυτή άρχισε ο χειμώνας.
Γνώριζες περισσότερα, ήσουν καλύτερος. Και η ειλικρίνεια ή η αθωότητα
Η απληστία ή η εγκατάλειψη
Σε ανακάλυπταν για να μεγαλώσουν.

Σπάνιε, εκθαμβωτικέ πρωτότοκε αδελφέ,
Πριν εξαφανιστείς για πάντα,
Με τους αστράγαλους σπασμένους, περίπλοκα μουσικά όργανα περασμένα στο λαιμό σου,
Τα μάτια ερημωμένα από το κλάμα,
Το στήθος και το κεφάλι διάτρητα•
Πριν εξαφανιστούμε για πάντα,
Θα σε αγκαλιάσω, μάλλον συγκινημένος,
Σ' αυτό τον άνεμο που μας έθμαθες να ονομάζουμε
Με λέξεις που έβγαζες απ' το τσεπάκι,
Παρ' όλο που τότε ήσουνα κιόλας πεθαμένος, πεθαμένος,
Και δεν ήσουν άλλο από σελίδες, κι είχαν κιόλας αρχίσει να χάνονται
Οι λέξεις από σάρκα και οστά που έκαναν να ανατριχιάσει ο κόσμος
Ίσαμε τον Αύγουστο του 1936, πριν τριάντα χρόνια,
Όπου τα θηρία που πάντα καραδοκούν σε τουφέκισαν γιατί ναι,
Γιατί όλα,
Γιατί έτσι τελειώνουν οι ποιητές.

μτφ: Ρήγας Καππάτος


από το βιβλίο Roberto Fernández Retamar, Πέντε Ελληνικά
και άλλα ποιήματα

εκδ. Εκάτη, 2009

.

Desagravio a Federico

En un poema (por otra parte más bien malo) acabo de leer, y me ha impresionado,
Que no se grabó tu voz, de la que tanto hablan los que te conocieron;
Que no se grabó tu voz, y que esos nuevos viejos,
Esos hombres de más de sesenta años que empiezan ahora a extinguirse en masa,
Y que fueron tus maravillados coetáneos,
Están, al morirse, llevándose consigo, borrando de la tierra la última memoria de tu voz.
Dentro de poco tiempo (digamos otros treinta años),
No quedará nadie en el planeta
Que pueda recordar cómo tú hablabas,
Cantabas,
Reías,
Presumiblemente llorabas.
Tu voz será olvidada para siempre.

Así también serás todo tú olvidado
Dentro de trescientos,
Tres mil
O treinta mil años.
Quizá se olvide hasta la idea misma de la poesía,
Eso de que eras dueño,
Y que por una parte mira a las palabras
Y por la otra al alma.
Hay pues que apresurarse
A hacerte el desagravio,
Fresca todavía la muerte.

Porque después de un deslumbramiento adolescente,
En que te pasábamos de mano en mano, hecho tan sólo un nombre, como Sócrates o Leonardo
(Los otros eran Machado, Unamuno, Martí, Neruda, Alberti.
Sólo Juan Ramón y tú
Eran Juan Ramón y Federico);
Después de entonces,
Llegaron los otros
Y vinieron los días de negarte.
Qué injusticia, Federico,
Qué injusticia —quizás imprescindible: los vivos se nutren de los muertos,
Pero no lo proclaman.

Ahora es necesario que te rindan homenaje
No sólo los discurseros
Y los que te hacen biografías y estudios,
Sino los negros magníficos que amaste y que desafían a perros y a blancos,
Las diez mil prostitutas que amenazan con desfilar por Santiago de Chile,
Los pobres muchachos equívocos, las salamandras de cinco patas, arrojados del mundo,
Los sobrantes, los estupefactos.
Y los poetas.

Ahora que vamos a tener la edad
Que es la tuya para siempre,
Es un acto de justicia
Tan fatal, tan necesaria como la otra injusticia,
Decir que teníamos razón entonces, a la salida apenas de la niñez,
Cuando Federico era un nombre electrizado,
Una llama que se intercambia en las tinieblas,
Un tesoro, un amigo inolvidable arrebatado en la noche en que empezó el invierno.
Sabías más, eras mejor, y el candor o la inocencia
O la avidez o el desamparo
Te descubrían para crecer.

Mi raro, mi sobrecogedor hermano mayor,
Antes de que desaparezcas para siempre,
Con los tobillos rotos, complicados instrumentos músicos al cuello,
Los ojos arrasados en lágrimas,
El pecho y la cabeza agujereados;
Antes de que desaparezcamos para siempre,
Voy a abrazarte, más bien emocionado,
En este viento que nos enseñaste a nombrar
Con palabras que te ibas sacando del bolsillo,
Y eso que para entonces ya estabas muerto, muerto,
Y no eras sino páginas, y ya habían empezado a perderse
Las palabras de carne y hueso que hicieron estremecer al mundo
Hasta ese agosto de 1936, hace ahora treinta años,
En que las bestias siempre al acecho te fusilaron porque sí,
Porque todo,
Porque así se terminan los poetas.

Ετικέτες

25.8.09

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home