ποίημα για σένα: Ιουλίου 2009

ποίημα για σένα

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

110 ~ ο Νικόλας Κάλας για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

***

Κ.Π. Καβάφης

Το γαλάζιο του βλέμμα δίνει στο στίχο χρώμα θαλάσσιου ορίζοντος.
Εκεί βαφτισμένα τα λόγια υφαίνουν με χορδές αιολικής άρπας άσματα κύκνεια.
Αγεροδρομούν τα τραγούδια με Ιώνια φυσήματα,
φτάνουν στο Βυζάντιο, την εθνική Νικομήδεια.
Στις ακτές της Συρίας πλούσιων εμπόρων πληρώματα λάμνουν.
Συχνά όμως οργίλα κύματα θραύουν τα κατάφορτα αυτά πλοία
και τους βάρβαρους ήχους των κουπιών που διπλώνονται
στη σκοτεινή Αλεξάντρεια φέρνουν πανικόβλητοι γλάροι.
Αυτούς τώρα ακούει ο ποιητής και ποτίζει τον ανυπάκουο πόντο με μυρωμένο έλαιο.

(Ποιήματα 1932
Κάλας 1983, σ.92)


από την ανθολογία Η Ελληνική Ποίηση του 20ού αιώνα
εκδ. Μεταίχμιο, 2006


(Νικόλας Κάλας, όπως και Νικήτας Ράντος,
είναι ψευδώνυμα του Νίκου Καλαμάρη)
.
Ποιήματα για τον Κ. Π. Καβάφη 2
.

Ετικέτες

24.7.09 0 comments

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

109 ~ o Γ. Χ. Ώντεν για τον Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Wystan Hugh Auden for William Butler Yeats

***

Στη μνήμη του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γαίητς

Ι
Εξαφανίστηκε μέσα στο καταχείμωνο.
Παγωμένα τα ρέματα, τα αεροδρόμια σχεδόν ερημωμένα
και το χιόνι παραμόρφωνε τα αγάλματα στις δημοσιές.
Ο υδράργυρος είχε ξεπέσει μες στο στόμα της ημέρας καθώς πέθαινε.
Οι δείκτες που έχομε όλοι τους συμφωνούν
πως ήταν σκοτεινή και κρύα η μέρα της θανής του.

Αλάργα απ' την αρρώστια του
οι λύκοι διάβαιναν μες από δάση αειθαλή,
το χωριάτικο ποτάμι έμενε απείραγο απ' τις προβλήτες του συρμού.
Οι γλώσσες που θρηνούσαν
το θάνατο του ποιητή διατηρούσαν από τα ποιήματά του.

Γι' αυτόν όμως ήταν το στερνό απόγεμα του εαυτού του,
ένα απόγεμα γεμάτο νοσοκόμες και διαδόσεις.
Οι επαρχίες του κορμιού του σε επανάσταση,
οι πλατείες της σκέψης του κενές,
η σιωπή εισορμούσε στα προάστια,
έφθινε το ρέμα του αισθήματός του. Ο ίδιος γινόταν οι θαυμαστές του.

Είναι τώρα σκορπισμένος πια ανάμεσα σε εκατό πόλεις
κι ολότελα δοσμένος σε άγνωστες συμπάθειες.
Την ευτυχία του σε δάσος αλλιώτικο γύρευε να βρει
και να τιμωρηθεί από έναν ξένο κώδικα συνείδησης.
Τις λέξεις ενός πεθαμένου ανθρώπου
τις μεταλλάζουνε των ζωντανών τα σπλάχνα.

Αλλά στη σπουδαιότητα μέσα και την τύρβη του αύριο
όταν οι χρηματιστές ωρύονται σαν τα θηρία μέσα στην Μπόρσα,
και οι φτωχοί έχουν τα βάσανά τους που τα καλοξέρουν
κι ο καθένας μέσα στο κελί του εαυτού του νιώθει ελεύθερος,
θα είναι και μερικές χιλιάδες που τη μέρα αυτή θα τη μετρούν
όπως μετράς μια μέρα όπου κάποιος έκανε κάτι αλλιώτικο.

Οι δείκτες που έχομε όλοι τους συμφωνούν
πως ήταν σκοτεινή και κρύα η μέρα της θανής του.

II
Ανόητος ήσουν σαν κι εμάς όμως το δώρο σου τα επέζησε όλα:
την ενορία των πλουσίων κυριών, τη φυσική σου παρακμή,
τον εαυτό σου. Η έξαλλη Ιρλανδία είναι που σου 'δωσε
την ποίηση πληγώνοντάς σε. Τα έχει ακόμα, την τρέλα της,
το κλίμα της, γιατί η ποίηση τίποτα δεν κάνει να συμβεί:
ατή της επιζεί μες στο λαγκάδι που είναι πλάσμα της, όπου οι εξέκιουτιβς
δεν θα 'θελαν ποτέ τους ν' ανακατευτούν, πάει κατά το Νότο
μες από αγροκτήματα απομόνωσης και θλίψες πολυάσχολες,
από κωμοπόλεις ωμές που τις πιστεύουμε και μέσα τους πεθαίνουμε.
Επιζεί σαν ένα τρόπος του συμβαίνειν, ένα στόμα.

III
Φιλοξενούμενό σου τιμημένο δέξου γη
τον Γαίητς που έγειρε ν' αναπαυτεί.
Άφησ' της Ιρλανδίας το σκεύος πια
κενό απ' την ποίηση του να κατακλιθεί.

Μέσα στον βραχνά του σκοταδιού
όλοι οι σκύλοι της Ευρώπης αλυχτούν.
Απόξενο στην έχθρα το καθένα τους
τα ζωντανά τα έθνη καραδοκούν.

Ύβρη του νου επίμονα ατενίζει
μες απ' όλες τις ανθρώπινες μορφές.
Της συμπόνιας οι θάλασσες είναι κλειστές
μέσα στις παγωμένες τις ματιές.

Ακολούθα ποιητή ίσια το δρόμο σου
της νύχτας το βαθύ βυθό να φτάσεις.
Με τη φωνή σου την αδέσμευτη
πώς ν' αγαλλιάζουμε να λες μην αποστάσεις.

Την κατάρα καματεύοντας στο στίχο σου
σε αμπέλι κάν' την να γυρίσει.
Λέγοντας τον ανθρώπινο χαμό
κάνε τον πόνο σου μεθύσι.

Μες από της καρδιάς την ερημιά
πηγή τη γιατρειά μας κάνε ν' αναβλύσει
και μάθε στην ελεύθερη ψυχή
στη φυλακή της μέσα πώς να υμνήσει

(1939-40)

μτφ: Αντώνης Δεκαβάλλες


από το βιβλίο [Ποιήματα] W.H. Auden
εκδ. Kέδρος, 2002

.


In Memory of W.B. Yeats

He disappeared in the dead of winter:
The brooks were frozen, the airports almost deserted,
The snow disfigured the public statues;
The mercury sank in the mouth of the dying day.
What instruments we have agree
The day of his death was a dark cold day.

Far from his illness
The wolves ran on through the evergreen forests,
The peasant river was untempted by the fashionable quays;
By mourning tongues
The death of the poet was kept from his poems.

But for him it was his last afternoon as himself,
An afternoon of nurses and rumours;
The provinces of his body revolted,
The squares of his mind were empty,
Silence invaded the suburbs,
The current of his feeling failed; he became his admirers.

Now he is scattered among a hundred cities
And wholly given over to unfamiliar affections,
To find his happiness in another kind of wood
And be punished under a foreign code of conscience.
The words of a dead man
Are modified in the guts of the living.

But in the importance and noise of to-morrow
When the brokers are roaring like beasts on the floor of the Bourse,
And the poor have the sufferings to which they are fairly accustomed,
And each in the cell of himself is almost convinced of his freedom,
A few thousand will think of this day
As one thinks of a day when one did something slightly unusual.
What instruments we have agree
The day of his death was a dark cold day.

II
You were silly like us; your gift survived it all:
The parish of rich women, physical decay,
Yourself. Mad Ireland hurt you into poetry.
Now Ireland has her madness and her weather still,
For poetry makes nothing happen: it survives
In the valley of its making where executives
Would never want to tamper, flows on south
From ranches of isolation and the busy griefs,
Raw towns that we believe and die in; it survives,
A way of happening, a mouth.

III
Earth, receive an honoured guest:
William Yeats is laid to rest.
Let the Irish vessel lie
Emptied of its poetry.

[Auden later deleted the next three stanzas.]

Time that is intolerant
Of the brave and the innocent,
And indifferent in a week
To a beautiful physique,

Worships language and forgives
Everyone by whom it lives;
Pardons cowardice, conceit,
Lays its honours at their feet.

Time that with this strange excuse
Pardoned Kipling and his views,
And will pardon Paul Claudel,
Pardons him for writing well.

In the nightmare of the dark
All the dogs of Europe bark,
And the living nations wait,
Each sequestered in its hate;

Intellectual disgrace
Stares from every human face,
And the seas of pity lie
Locked and frozen in each eye.

Follow, poet, follow right
To the bottom of the night,
With your unconstraining voice
Still persuade us to rejoice.

With the farming of a verse
Make a vineyard of the curse,
Sing of human unsuccess
In a rapture of distress.

In the deserts of the heart
Let the healing fountains start,
In the prison of his days
Teach the free man how to praise.

.

14.7.09 0 comments

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

108 ~ ο Κώστας Καρυωτάκης για τον λόρδο Βύρωνα

Kostas Kariotakis for Lord George Gordon Byron

***

Βyron

Ένοιωσεν ότι
του ήσαν οι στίχοι
άχαρη τύχη
και ματαιότη.

Η ορμή του η πρώτη
πια δεν αντήχει,
αλλά, στα τείχη,
ένδοξη νιότη.

Γίνονται οι γέροι
γαύροι. Θα ορμήσει
ανδρών λουλούδι.

Κι ο Μπάιρον ξέρει
πώς να το ζήσει
το θείο Τραγούδι.

( "Ηρωική Τριτολογία")


από τα Άπαντα Καρυωτάκη
εκδ. Κ. Στρουμπούκης, 1981
- και από την Βασική Βιβλιοθήκη, τόμος 29: "Νεοέλληνες Λυρικοί"
Επιμέλεια: Γεωργίου Θέμελη
εκδ. Αετός, 1954



ακόμα:
- ο Κώστας Καρυωτάκης στο χωρίς άλλη αναβολή
- ο Λόρδος Βύρων στο ταξιδεύοντας
.

Ετικέτες ,

4.7.09 0 comments