ποίημα για σένα: Φεβρουαρίου 2008

ποίημα για σένα

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

53 ~ ο Νίκος Εγγονόπουλος στον Γκιγιώμ Απολλιναίρ

Nikos Engonopoulos for Guillaume Apollinaire

***

Γυψ και φρουρά

hommage à apolLinaire

Μύκονος
Μυκήναι
μύκητες
τρεις
λέξεις
όμως
δυο
μόνο
φτερά

σαν ασβέστης
σαν γυναίκεια
παλάμη
που λάμπει
μέσα
στη νύχτα
σα σαρκοβόρο
βιολί

κι' ίσως
-ακόμη-
ωσάν τα γυάλινα
τρυπάνια
μέσα στους
λεπτούς
εγκεφάλους
των
ποιητών


από τη συλλογή "Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939)
Νίκου Εγγονόπουλου: Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν =
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής

εκδ. Ίκαρος, 1966

.

Ετικέτες

24.2.08 0 comments

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

52 ~ η Eλένη Κονδύλη για τον Μίλτο Σαχτούρη

***

Ό,τι κι αν πεις,
Σήμερα ο θάνατος του Σαχτούρη

Ό, τι κι αν πεις,
Θα σε δεχτώ στο βάθος

ένα πηγάδι μέσα σε κήπο, κοιτιέμαι κει και πέφτω σαν κανείς δε με βλέπει
Χάνομαι κεί κάθε πρωί, γυρνώ τη νύχτα ξεστομίζοντας λέξεις των άλλων
Φοβάμαι πως δεν έχω πιάσει ακόμη την άκρη ανάμεσα σε σένα και τον άλλο σου καθρέφτη να καθρεφτίζομαι,
Σαν κορυφαίος αρουραίος
Που ξέρει πως τον περιμένει μοβόρος θάνατος.
και πρέπει
να ειρηνέψω μαζί σου.
Με λάθη τα σωθικά μου γυροφέρνω, πού θα βρω εκείνη την κραυγή την πρώτη.
Σε ποια σπλάγχνα κρύφτηκε, σε ποιο στίχο την κατάπιε θάλασσα,
ποίημα-κραυγή,
νοσταλγία-πατρίδα.
Τα παιδιά κοιμήθηκαν, μου είπες, έλα.
Προχώρησα. Μ’ άφησες. Το αργύριο μιας συνεύρεσης. Τόσο κάνει πόσα θες
Έτρεξα κι εγώ στο πηγάδι μου
Το θησαυρό σου να πετάξω για να γλυτώσω απ’ την επάρκεια,
Όχι, δε θα μου φτάσει καμιά σου πληρωμή
Πάντα θα θέλω τον κόμπο του λαιμού μου πίσω
Κοιμήθηκαν, είπες, τα παιδιά, βίβλος πυρός το πρόσωπό τους τους γέννησα χωρίς ντροπή μπροστά σου όλους.
Άδειασα λέξεις κι αξιοπρέπεια
Αινίγματα και μυστικά πάνω σε φύλλα πράσινα,
Με κορμί που τρέφει και έρωτα και φόβο και θάνατο και πόθο.
Όλα τα λόγια ίδια.
Όλοι οι ήχοι ένα στριφτό τσιγάρο στο στόμα του κατάδικου
Σήμερα πέθανες
Και το τετράδιο το 'χω χάσει, τώρα το είδα
Μήπως στο μυστικό πηγάδι μου, στο μυστικό μου δρόμο απομεινάρι έχει γίνει,
για στάχτη
δικιά σου στάχτη να 'μαι 'γώ;
Να ονειρευτώ,
Να διεκδικήσω,
Να ζήσω, απαιτώντας. Η αγάπη σου γυμνή πόρνη χωρίς συναισθήματα.

30-03-2005

Ετικέτες

14.2.08 8 comments

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

51 ~ ο Μίλτος Σαχτούρης στο Νίκο Γκάτσο

***

Αποστολή

Στον Νίκο Γκάτσο

Κανείς δε θάβει εδώ
τριαντάφυλλα
τουφέκια ρημαγμένα
δίχως φτερά
γυρίζουνε τις κάννες τους
απάνω μας
το βράδυ
όταν σημάνει προσκλητήριο
μαζεύονται οι σημαίες
κι αυτά τ' άλλα πουλιά
με τ' ανθρώπινα στόματα
που είναι σαν καρδιές
και με το αίμα
και μας κοιτάζουν

Η ιστορία αυτή
γίνεται σε μια λίμνη
εδώ και δέκα χρόνια
απαράλλαχτη
κάθε νύχτα
χειμώνα
καλοκαίρι

από τη συλλογή "Με το πρόσωπο στον τοίχο" 1952

Μίλτου Σαχτούρη: Ποιήματα 1945-1971
εκδ. Κέδρος, 1977

.

Ετικέτες ,

8.2.08 0 comments

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

50 ~ ο Νίκος Καββαδίας στον Κώστα Ουράνη

***

Ο πλοίαρχος Φλέτσερ

Στον ποιητή Κώστα Ουράνη

Ο Γερμανός εμποροπλοίαρχος Χένρυ Φλέτσερ εξώκειλε στον
Ματαπά με το φορτηγό "Σχέλδ", γιατί λόγω ομίχλης, δεν
μπόρεσε επι μέρες να κατεβάσει τον ήλιο με τον εξάντα.
Τρελάθηκε και πέθανε στον Πειραιά από ηλίαση.


Ο πλοίαρχος Φλέτσερ έριξε το "Σχέλδ" στον Ματαπά
μια μέρα που των θαλασσών παλεύαν τα στοιχεία,
γιατί ήλιος δεν φαινότανε το στίγμα του να βρεί
ούτε μπορούσε απ' τις στεριές να πάρει αντιστοιχία.

Κι' αυτό στο μέρος που έπεσεν εσφήνωσε βαθιά,
τόσο που οι βράχοι οι μυτεροί με μιας το καταστρέψαν,
μα τίποτ' απ' το πλήρωμα δεν έπαθε κανείς
κι' όλοι με κάποιο ρυμουλκό στον Πειραιά επιστρέψαν.

Σε λίγες μέρες φύγανε, τρισάθλιοι ναυαγοί,
μια μελαγχολική, στυγνά θλιμμένη συνοδεία,
κι' έμεινε ο Φλέτσερ μοναχά, ζητώντας στο πιοτό
την πίκρα του στα βρωμερά να πνίξει καφωδεία.

Κοντός, με το πηλίκιο του, το γείσο το χρυσό,
και με τα τέσσερα χρυσά γαλόνια του, τ' αστέρια,
έμπαινε μόλις άρχιζε ν' απλώνεται η νυχτιά,
και την αυγήν αναίσθητο τον βγάνανε στα χέρια.

Μα τα γαλόνια ξέφτισαν και σχίστηκε η στολή,
τα ωραία του ρούχα επούλησε, την πέτσινή του τσάντα,
κι' ένα εργαλείον εκράτησε μονάχα, ναυτικό,
τ' όργανο εκείνο που μετράν τον ήλιο, τον εξάντα.

Η στεναχώρια και το αλκόλ δουλεύοντας σιγά,
μέρα τη μέρα σ' ένα χαίνον χάσμα τον ωθούσαν.
Τρελάθηκε. Τον πείραζαν στους δρόμους τα παιδιά,
κι' οι ψείρες πάνω στα ξανθά του γένεια επερπατούσαν.

Όταν ο ήλιος φλόγιζε τον αττικό ουρανό,
αυτός με τον εξάντα του στο χέρι εξεκινούσε,
το ύψος γοργά υπολόγιζε σε μια μαούνα ορθός,
κι' ύστερα αισχρά μουντζώνοντας τον ήλιο, εβλαστημούσε.

Μα κάποια μέρα βλέποντας με τ' όργανο ψηλά,
έφυγε για το σκοτεινό λιμάνι του θανάτου,
ενώ σιγά σαν πάντοτε, φαιδρός και φλογερός,
ο ήλιος την κανονική διέσχιζε τροχιά του.

(συλλογή "Μαραμπού")


από το βιβλίο Μαραμπού και Πούσι
εκδ. Γαλαξίας, 1961
.

Ετικέτες

2.2.08 0 comments