ποίημα για σένα: Αυγούστου 2007

ποίημα για σένα

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

27 ~ ο Ρόμπερτ Λόουελ για την Σαπφώ

Robert Lowell for Sappho
***

Σαπφώ

Βάζω τον άνθρωπο αυτό πάνω από ήρωες και θεούς -
όλη μέρα κάθεται μπροστά μου αντικρυστά,
σαν συμπαίχτης στα χαρτιά. Ο αγκώνας μου τον δικό του ξυστά αγγίζει'
αν είναι να μιλήσω, ακούει. Συγκινημένη ταράσσεται η καρδιά
το γέλιο είναι νερό βιαστικό πάνω απ' τα βότσαλα...
Είναι αυτός το πιο φωτεινό πράγμα στη γη τη σκοτεινή'
τον αφουγκράζομαι, άδειο κάτι μες στ' αυτιά μου:
είναι τα βήματά του. Να μιλήσω δεν μπορώ ούτε να δω.
Μια νεκρή λευκότητα στάζει κεντήματα ιδρώτα...
Είμαι πιο χλωρή απ' την πιο χλοερή χλόη'
εύκολα μπορώ να σε κάνω να το καταλάβεις αυτό:
μια γυναίκα σπάνια φτάνει το άριστο'
το παιδί της, οι σκλάβοι της, ο καθημερινός του σπιτιού της μόχθος'
το φεγγάρι γλιστρά στα δυτικά. Ο χρόνος γίνεται σκόνη.
Κοιμάμαι μόνη

μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

(από το βιβλίο Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές
εκδ. ύψιλον/βιβλία 1983)

.

Ετικέτες ,

30.8.07

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2007

26 ~ ο Νίκος Καββαδίας για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Nikos Kavvadias for Federico Carcía Lorca

***

Federico Carcía Lorca

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ' αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πίκασσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο - πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά - ξοπίσω εμείς - και μη σε μέλλει.

Κάτου απ' τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ' ίσα έν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μέσ' απ' τα διψασμένα της χωράφια τ' ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν' ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

(συλλογή "Πούσι")

από το βιβλίο Νίκος Καββαδίας: Μαραμπού και Πούσι
εκδ. Γαλαξίας, 1961

.

Ετικέτες ,

26.8.07 0 comments

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

25 ~ η Έντριαν Ριτς στην Ντενίζ Λέβερτοβ

Adrienne Rich for Denise Levertov
***

Aυτός που περπατά στη στέγη
.................στην Ντενίζ Λέβερτοβ

Πάνω απ' τα μισοτελειωμένα σπίτια
έρχεται η νύχτα. Οι χτίστες
στέκονται στη στέγη. Ησυχία
μετά τα σφυριά κρέμεται χαλαρή η τροχαλία.
Γίγαντες, είναι αυτοί που περπατούν στη στέγη
σε γέφυρα επικλινή, το κύμα
της σκοτεινιάς όπου να 'ναι θα σπάσει
στο κεφάλι τους. Ο ουρανός
είναι ένα ιστίο σχισμένο, όπου μορφές
περνούν μεγεθυμένες, σκιές
σε φλεγόμενη γέφυρα.

Σαν κι αυτούς αισθάνομαι κει πάνω:
εκτεθειμένη σε μέγεθος υπερφυσικό
προορισμένη να πέσω να πεθάνω.

Άξιζε άραγε να στήσω
-μ' άπειρη προσπάθεια-
μια στέγη που αποκάτω της να μην μπορώ να ζήσω;
Και όλ' αυτά τα σχέδια τ' αρχιτεκτονικά,
να πληρώσω τα κενά,
μετρήσεις, υπολογισμοί;
Μια ζωή που δεν την διάλεξα
με διάλεξε αυτή' ακόμη
και τα εργαλεία μου είναι ελλιπή
γι' αυτά που 'χω να κάνω.
Είμαι γυμνή, άμαθη
ένας γυμνός άντρας απόδρασε
στις στέγες
αυτός που με μια απειρο-ελάχιστη διαφορά
θα καθόταν στο φως της λάμπας
με φόντο κρεμ ταπετσαρία
διαβάζοντας - όχι αδιάφορα
την ιστορία ενός άντρα γυμνού
που το 'σκασε στις στέγες.

μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

(από το βιβλίο "Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές"
εκδ. ύψιλον/βιβλία 1983)


The Roofwalker
--for Denise Levertov
Over the half-finished houses
night comes. The builders
stand on the roof. It is
quiet after the hammers,
the pulleys hang slack.
Giants, the roofwalkers,
on a listing deck, the wave
of darkness about to break
on their heads. The sky
is a torn sail where figures
pass magnified, shadows
on a burning deck.

I feel like them up there:
exposed, larger than life,
and due to break my neck.

Was it worth while to lay--
with infinite exertion--
a roof I can't live under?
--All those blueprints,
closings of gaps
measurings, calculations?
A life I didn't choose
chose me: even
my tools are the wrong ones
for what I have to do.
I'm naked, ignorant,
a naked man fleeing
across the roofs
who could with a shade of difference
be sitting in the lamplight
against the cream wallpaper
reading--not with indifference--
about a naked man
fleeing across the roofs.

(1961)


.
22.8.07

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007

24 ~ ο Αντόνιο Ματσάδο για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Antonio Machado for Federico Carcía Lorca

***

Το φονικό έγινε στη Γρανάδα

I
Το φονικό

Τον είδαν, προχωρώντας ανάμεσα στα τουφέκια,
από ένα δρόμο μακρύ,
να βγαίνει στο κρύο χωράφι,
της έναστρης, ακόμη, αυγής.
Σκότωσαν το Φεδερίκο
με το γλυκοχάραμα.
Το απόσπασμα των φονιάδων
δεν τόλμησε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο.
Όλοι κλείσαν τα μάτια τους·
προσεύχονταν: μήτε ο Θεός σε γλιτώνει!
Ο Φεδερίκο σωριάστηκε νεκρός.
-αίμα στο μέτωπο και μολύβι στα σπλάχνα-
... όταν έγινε το φονικό στη Γρανάδα
ξέρετε- καημένη Γρανάδα! -στη Γρανάδα του...


ΙΙ
Ο ποιητής και ο θάνατος

Τον είδαν να προχωρεί μόνο μ' Εκείνον
χωρίς να σκιάζεται απ' το δρεπάνι του.
Κιόλας ο ήλιος από πύργο σε πύργο· τα σφυριά
πάνω στ' αμόνι -αμόνια κι αμόνια μες στα σιδεράδικα.
Μιλούσε ο Φεδερίκο,
και χαριεντίζονταν με το θάνατο. Εκείνος πρόσεχε.
"Σύντροφε, επειδή χτες μέσα στο στίχο μου
ακούστηκε ο χτύπος της ξερής σου παλάμης,
κι έδωσες την παγωνιά στο τραγούδι μου, και την κόψη
του ασημένιου σου δρεπανιού στην τραγωδία μου,
θα σου τραγουδήσω τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που τα 'παιζε ο άνεμος,
τα κόκκινα χείλη που σ' τα φίλησαν...
Σήμερα όπως χτες, γύφτε μου, θάνατε,
τι όμορφα να ήμασταν μαζί,
σ' αυτούς τους αγέρηδες της Γρανάδας, της Γρανάδας μου".


ΙΙΙ
Τον είδαν να προχωρεί...

Φτιάξετε, φίλοι,
από πέτρα και όνειρο, στην Αλάμπρα,
ένα τύμβο για τον ποιητή,
πάνω από μια βρύση που θρηνεί το νερό,
κι αδιάκοπα λέει :
το φονικό έγινε στη Γρανάδα, στη Γρανάδα του!

μτφ: Κλείτος Κύρου


(από το βιβλίο "Ξένες Φωνές"
εκδ. Κέδρος, 1978)


El crimen fue en Granada: a Federico García Lorca

1. El crimen

Se le vio, caminando entre fusiles,
por una calle larga,
salir al campo frío,
aún con estrellas de la madrugada.
Mataron a Federico
cuando la luz asomaba.
El pelotón de verdugos
no osó mirarle la cara.
Todos cerraron los ojos;
rezaron: ¡ni Dios te salva!
Muerto cayó Federico
?sangre en la frente y plomo en las entrañas?
... Que fue en Granada el crimen
sabed ?¡pobre Granada!?, en su Granada.

2. El poeta y la muerte

Se le vio caminar solo con Ella,
sin miedo a su guadaña.
?Ya el sol en torre y torre, los martillos
en yunque? yunque y yunque de las fraguas.
Hablaba Federico,
requebrando a la muerte. Ella escuchaba.
«Porque ayer en mi verso, compañera,
sonaba el golpe de tus secas palmas,
y diste el hielo a mi cantar, y el filo
a mi tragedia de tu hoz de plata,
te cantaré la carne que no tienes,
los ojos que te faltan,
tus cabellos que el viento sacudía,
los rojos labios donde te besaban...
Hoy como ayer, gitana, muerte mía,
qué bien contigo a solas,
por estos aires de Granada, ¡mi Granada!»

3. Se le vio caminar...


Labrad, amigos,
de piedra y sueño en el Alhambra,
un túmulo al poeta,
sobre una fuente donde llore el agua,
y eternamente diga:
el crimen fue en Granada, ¡en su Granada!

.

Ετικέτες ,

18.8.07